Article Index
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «CRUSADER»
Μετά την αποτυχία των επιθέσεων των Βρετανών τον Μάιο και τον Ιούνιο, η κατάσταση παρέμεινε στάσιμη στο βορειοαφρικανικό μέτωπο, με τους Βρετανούς να ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση για την λύση της πολιορκίας του Τομπρούκ και τους Γερμανούς να ενισχύουν τις δυνάμεις τους με σκοπό την κατάληψη του Τομπρούκ και την επίθεση στο εσωτερικό της Αιγύπτου. Ο Τσώρτσιλ αντικατέστησε τον στρατηγό Ουέιβελ, χρεώνοντας του τις μέχρι τότε αποτυχίες και διόρισε τον Στρατηγό Ώκιλνεκ Ανώτατο Διοικητή Μέσης Ανατολής, ο οποίος αναδιοργάνωσε τις δυνάμεις που διέθετε στην Αίγυπτο με τη συγκρότηση της 8ης Στρατιάς, που διέθετε δύο Σώματα Στρατού.
Το 30ο Σώμα, με την 7η ΤΘΜ ( 7η και 4η ΤΘΤ και Συγκρότημα Υποστήριξης), την 22 ΤΘΤ και την Νοτιοαφρικανική 1η Μ.Π. και το 13ο Σώμα, με την 4η Ινδική Μ.Π. και την Νεοζηλανδική Μ.Π. Η Βρετανική 70η Μ.Π. και η Πολωνική Καρπαθιανή Ταξιαρχία αντικατέστησαν στο Τομπρούκ τους πεισματάρηδες Αυστραλούς, που είχαν απωθήσει τις μέχρι τότε γερμανικές επιθέσεις, διατηρώντας τον «θρόμβο» στο σύστημα εφοδιασμού των δυνάμεων τους στα σύνορα της Αιγύπτου. Η 8η Στρατιά, με διοικητή τον στρατηγό Κάνιγκαμ, ενισχύθηκε με νέα άρματα Κρούζερ, τύπου Α15 και αμερικανικά ελαφρά άρματα τύπου Στούαρτ. Η Αεροπορία της Ερήμου παρέτασσε περίπου 800 μαχητικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα.
Οι δυνάμεις του Άξονα περιλάμβαναν το Άφρικα Κορπ, με την 15η ΤΘΜ, την 21η ΤΘΜ και την Ελαφρά 90η Μ.Π., έξι Ιταλικές μεραρχίες πεζικού και την ΤΘΜ Αριέτε. Η εναέρια υποστήριξη περιορίζονταν σε 120 γερμανικά και 200 ιταλικά αεροπλάνα. Ο Ρόμμελ, έχοντας επίγνωση ότι ο χρόνος κυλούσε σε βάρος του και ότι οι ενισχύσεις της αντίπαλης πλευράς δεν μπορούσαν με τίποτε να συγκριθούν με τα λιγοστά εφόδια και ενισχύσεις στα οποία ο ίδιος μπορούσε να ελπίζει, ετοίμαζε πυρετωδώς την νέα επίθεση του στο Τομπρούκ, ενώ ο Ώκιλενκ αντέστη στις πεισματικές πιέσεις του Τσώρτσιλ να επιτεθεί άμεσα και μόνο στις 18 Νοεμβρίου 1941 ξεκίνησε την νέα επίθεση για την λύση της πολιορκίας του Τομπρούκ.
Η επίθεση αιφνιδίασε πλήρως τις δυνάμεις του Άξονα και τον Ρόμμελ προσωπικά, ο οποίος είχε «πείσει» τον εαυτό του ότι οι Βρετανοί δεν ήταν έτοιμοι να επιτεθούν ακόμη. Μια πρωτόγνωρη για την Αφρική νεροποντή την 16η Νοεμβρίου μετέτρεψε τα αποξηραμένα φαράγγια ( wadi) σε ορμητικούς χείμαρρους, που παρέσυραν άνδρες και υλικό και τα γερμανικά αεροδρόμια σε βαλτότοπους, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί καμία πτήση, που είναι βέβαιο ότι θα αποκάλυπτε την συγκέντρωση μιας εντυπωσιακής δύναμης που κινούνταν προς τα σύνορα.
Στις 18 Νοεμβρίου 1941, οι ΤΘΤ του 30ου Σώματος προχώρησαν ανενόχλητες στο εσωτερικό της ερήμου σε απόσταση 50 μιλίων από τα σύνορα της Αιγύπτου και οι μόνες απώλειες που υπέστησαν οφείλονταν σε μηχανικές βλάβες. Την ίδια μέρα η 4η Ινδική Μεραρχία και η Νεοζηλανδική Μεραρχία του 13ου Σώματος προσπέρασαν τις θέσεις των Γερμανών στα σύνορα από τα νότια, με σκοπό την επόμενη μέρα να κινηθούν βόρεια προς την παραλιακή οδό και το Τομπρούκ. Η μοναδική εμπλοκή με τον εχθρό ήταν αυτή μεταξύ των οχημάτων αναγνώρισης του 30ου Σώματος με οχήματα της Επιλαρχίας Αναγνώρισης της 21ης ΤΘΜ. Παρόλο που το βράδυ της 18ης Νοεμβρίου ο Ρόμμελ ενημερώθηκε για την παρουσία βρετανικών αναγνωριστικών οχημάτων στο εσωτερικό της ερήμου, δεν άλλαξε σε τίποτε τα σχέδια του για την επίθεση του στο Τομπρούκ στις 23 Νοεμβρίου.
Στις 19 Νοεμβρίου τα βρετανικά άρματα κατέλαβαν το γερμανικό αεροδρόμιο στο Σίντι Ρεζέχ, δεκαπέντε μίλια νότια από την περίμετρο του Τομπρούκ και εξουδετέρωσαν την φρουρά του, αλλά η άπειρη Βρετανική 22η ΤΘΤ υπέστη σοβαρές απώλειες όταν επιτέθηκε στις δυνάμεις της μεραρχίας Αριέτε. Ο Ρόμμελ έχοντας τελικά συνειδητοποιήσει ότι αντιμετωπίζει την αναμενόμενη βρετανική επίθεση διέταξε την 90η Ελαφρά Μεραρχία να κινηθεί προς το Σίντι Ρεζέχ, εμποδίζοντας τους Βρετανούς να προωθηθούν προς το Τομπρούκ και τις δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες του να αναζητήσουν και να καταστρέψουν τις βρετανικές δυνάμεις. Οι μάχες που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες ήταν χαοτικές .
Στις 21 Νοεμβρίου η βρετανική 70η Μ.Π. επιτέθηκε από την περίμετρο του Τομπρούκ στα νώτα των δυνάμεων του Άξονα στην περιοχή του Σίντι Ρεζέχ, η 21η και η 15η ΤΘΜ κινήθηκαν δυτικά για να επιτεθούν στην Βρετανική 7η ΤΘΤ και το Συγκρότημα Υποστήριξης της 7ης ΤΘΜ, ενώ η 4η και η 22η ΤΘΤ των Βρετανών κινήθηκαν βόρεια προς το πλευρό του άξονα προσπέλασης του Άφρικα Κορπ και ενεπλάκησαν σε διαδοχικές μάχες στην περιοχή του Σίντι Ρεζέχ.
Στις 23 Νοεμβρίου οι βρετανικές δυνάμεις που κατείχαν το αεροδρόμιο Σίντι Ρεζέχ βάλλονταν από τα βόρεια από το πυροβολικό της 21ης ΤΘΜ και της 90ης Ελαφράς Μ.Π. και ταυτόχρονα αντιμετώπισαν την επίθεση από τα νότια της Ιταλικής ΤΘΜ Αριέτε και του 8ου και 5ου Σύνταγματος Αρμάτων των Γερμανικών ΤΘΜ, που ο Ρόμμελ είχε συγκροτήσει σε μια σιδερένια σφύρα. Η επίθεση των αρμάτων που κινήθηκαν ως οδοστρωτήρας, με μια μετωπική επίθεση διέλυσε τα βρετανικά τεθωρακισμένα, το Συγκρότημα Υποστήριξης της 7ης ΤΘΜ και τις δυνάμεις της 5ης Νοτιοαφρικανικής Ταξιαρχίας, συλλαμβάνοντας αιχμάλωτο τον διοικητή της τελευταίας, ταξίαρχο Αρμστρονγκ και περίπου 3.000 άνδρες της.
Το ίδιο βράδυ ο διοικητής της 8ης Στρατιάς ζήτησε την άδεια του Ώκιλνεκ να διακόψει την επίθεση του και να υποχωρήσει, φοβούμενος ότι τα γερμανικά τεθωρακισμένα θα εξολόθρευαν τις μονάδες πεζικού του, που είχαν μείνει χωρίς την προστασία των κατεστραμμένων αρμάτων του. Ο Ώκιλνεκ αρνήθηκε να εγκρίνει την υποχώρηση, γνωρίζοντας από το ΟΥΛΤΡΑ ότι οι Γερμανοί ήδη αντιμετώπιζαν προβλήματα στον ανεφοδιασμό τους. Αλλά και η θριαμβευτική νίκη στο Σίντι Ρεζέχ αποδείχθηκε «πύρρεια» για τους Γερμανούς, μια και οι απώλειες που υπέστησαν από το πυρ των αμυνομένων περιόρισαν την δύναμη του Άφρικα Κόρπ σε ενενήντα άρματα. Την επόμενη μέρα ο ίδιος ο Ρόμμελ πήρε την κατάσταση στα χέρια του, με στόχο να αντιστρέψει την βρετανική εισβολή στην Λιβύη σε γερμανική επίθεση στην Αίγυπτο, καταστρέφοντας τις βρετανικές δυνάμεις με ένα και μοναδικό χτύπημα και έχοντας στο μυαλό του τον πανικό που προκάλεσε στους αντιπάλους του η προηγούμενη τολμηρή του διείσδυση τον Μάρτιο που οδήγησε στην κατάρρευση τους.
Ενώ οι επιτελείς του ανησυχούσαν από την εμφάνιση νέων βρετανικών δυνάμεων στα νότια του Τομπρούκ, ο Ρόμμελ διέταξε οι τρεις ΤΘΜ του Άξονα να κινηθούν στην περιοχή των συνόρων και τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής της λεγόμενης «Εξόρμησης προς το Σύρμα» - όλοι αναφέρονταν στα σύνορα της Αιγύπτου με την Λιβύη με το όνομα σύρμα, λόγω του συρματοπλέγματος που είχαν τοποθετήσει κατά μήκος των συνόρων οι Ιταλοί. Παρά τον πανικό που δημιουργήθηκε στις μονάδες των μετόπισθεν του, ο Ώκιλνεκ παρέμεινε ακλόνητος στην απόφαση του να μην υποχωρήσει, αντικατέστησε τον Κάνιγκαμ στην διοίκηση της 8ης Στρατιάς με τον Στρατηγό Νόρι και όλες οι επιθέσεις του Ρόμμελ στα σύνορα αποκρούστηκαν από την 4η Ινδική Μ.Π. και τα τεθωρακισμένα του διασκορπίστηκαν στην έρημο, χωρίς καύσιμα και πυρομαχικά, μια και οι Βρετανικές δυνάμεις στα μετόπισθεν του καταστρέψανε τις φάλαγγες εφοδιασμού του.
Οι Βρετανοί επισκεύασαν τα άρματα τους που είχαν υποστεί ζημίες στις μάχες γύρω από το Σίντι Ρεζέχ και οι Νεοζηλανδοί του 13ου Σώματος και οι δυνάμεις της 70ης Μ.Π. ασκούσαν ασφυκτική πίεση στις δυνάμεις που είχε αφήσει ο Ρόμμελ στα νότια του Τομπρούκ και τελικά αποφάσισε να υποχωρήσει, μια και η τολμηρή του διείσδυση δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Στις 4 Δεκεμβρίου, το Άφρικα Κόρπ είχε μείνει με 40 άρματα, η Μεραρχία Μπολόνια είχε πάψει να υφίσταται ως μονάδα και ο Ρόμμελ υποχρεώθηκε σε πλήρη υποχώρηση για να διασώσει τις δυνάμεις που του απέμεναν. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Βρετανών και παρά τις ελλείψεις του Άφρικα Κορπ σε καύσιμα και πυρομαχικά, ο Ρόμμελ κατάφερε να καλύψει με τα άρματα του την υποχώρηση της 90ης Ελαφράς, της Αριέτε και τεσσάρων Ιταλικών Μεραρχιών στην Μέρσα Ελ Μπρέγκα, σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει την θριαμβευτική πορεία του προς την Αίγυπτο τον Μάρτιο του 1941, όπου εγκατέστησε αμυντικά τις δυνάμεις του.
Μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 1942, οι Ιταλογερμανικές δυνάμεις που είχαν παραμείνει αποκομμένες στις θέσεις τους στα σύνορα της Αιγύπτο - στην Μπαρντία, στο Σολλούμ και στην διάβαση της Χαλφάγιας - κατέθεσαν τα όπλα.
