Το Βορειοαφρικανικό Μέτωπο και ο στρατηγός Ρόμμελ. - Modelclub.gr - Μοντελισμός & Hobby

Το Βορειοαφρικανικό Μέτωπο και ο στρατηγός Ρόμμελ.

Article Index

Η Μεγάλη Βρετανία είχε καταλάβει την Αίγυπτο το 1884, που ήταν ζωτικής σημασίας για την επικοινωνία της με τις κτήσεις της στην Μέση και Άπω Ανατολή και την Μεσόγειο. Στα Δυτικά της Αιγύπτου, η Ιταλία είχε καταστήσει τη Λιβύη αποικία της από το 1912, οπότε την απέσπασε από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το φθινόπωρο του 1939, με την έναρξη του Β’ Π.Π., ο καιροσκόπος Μουσολίνι παρέμεινε ουδέτερος μέχρι την 10 Ιουνίου 1940 και μόνο όταν βεβαιώθηκε ότι η Γερμανία είχε συντρίψει την Γαλλία και είχε αναγκάσει τους Βρετανούς να αναδιπλωθούν στη νήσο τους, κήρυξε τον πόλεμο στη Γαλλία και στη Μ. Βρετανία
Ο Μουσολίνι διέταξε την εισβολή στην Αίγυπτο στις 8 Αυγούστου 1940, αλλά μόνο στις 13 Σεπτεμβρίου επτά μεραρχίες πεζικού και περίπου 300 τεθωρακισμένα οχήματα διέσχισαν τα σύνορα, υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Γκρατσιάνι.

Ο στρατηγός Ουέιβελ, Ανώτατος Διοικητής Μέσης Ανατολής, διέταξε τις βρετανικές δυνάμεις στα σύνορα να υποχωρήσουν συντεταγμένα προς το εσωτερικό της Αιγύπτου και ο Γκρατσιάνι κατέλαβε το Σολλούμ και προχώρησε μέχρι το Σίντι Μπαράνι, όπου διέκοψε την επίθεση του, επικαλούμενος προβλήματα ελλιπούς ανεφοδιασμού και υδροδότησης και εγκατέστησε τις δυνάμεις του σε περιχαρακωμένα, αλλά μη αλληλουποστηριζόμενα μεταξύ τους, στρατόπεδα στην γύρω περιοχή.
Οι Βρετανικές δυνάμεις στην Αίγυπτο δεν ξεπερνούσαν σε δύναμη τους 30.000 άνδρες, απέναντι στους 100.000 Ιταλούς, διέθεταν όμως την 7η Τεθωρακισμένη Μεραρχία που ο Στρατηγός Χόμπαρτ πριν τον πόλεμο είχε μεθοδικά εκπαιδεύσει στον πόλεμο της ερήμου.
Μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου οι δυο αντίπαλοι περιορίστηκαν σε αψιμαχίες, με τα βρετανικά τεθωρακισμένα να κινούνται ελεύθερα στην έρημο και στα μετόπισθεν των περιχαρακωμένων Ιταλών, που καταρράκωναν το ηθικό τους.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «COMPASS».

Στις 9 Δεκεμβρίου ο στρατηγός Ο’ Κόννορ, με την 7η ΤΘΜ και δυνάμεις της 4ης Ινδικής Μεραρχίας κινήθηκε προς τις Ιταλικές θέσεις. Τα άρματα πεζικού Ματίλντα, υποστηριζόμενα από του Ινδούς της 4ης Μ.Π. επιτέθηκαν και κατέλαβαν τα περιχαρακωμένα στρατόπεδα των Ιταλών στο έδαφος της Αιγύπτου, ενώ τα άρματα Κρούζερ κινούμενα από το εσωτερικό της ερήμου απέκοψαν την παραλιακή οδό, εγκλωβίζοντας τους Ιταλούς που άτακτα άρχισαν να υποχωρούν προς τα σύνορα της Λιβύης.

Η 6η Αυστραλιανή Μ.Π., που αντικατέστησε την 4η Ινδική Μ.Π. , κατέλαβε το Τομπρούκ και συνέχισε την καταδίωξη των Ιταλών επί της παραλιακής οδού προς την Βεγγάζη, ενώ ο Στρατηγός Ο’ Κόνορ διέταξε τα μέσα άρματα του και δυνάμεις πυροβολικού να κινηθούν μέσω της ερήμου, για να αποκόψουν την υποχώρηση τους. Η τελική μάχη δόθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου 1940 στην περιοχή Μπέντα Φόμ, όπου οι Ιταλοί μάταια προσπάθησαν να σπάσουν τον κλοιό στον οποίο βρέθηκαν, ανάμεσα στις δυνάμεις που είχαν διασχίσει την έρημο και στους Αυστραλούς που τους ακολουθούσαν στην υποχώρηση τους μετά την κατάληψη της Βεγγάζης. Ο δρόμος για την Τρίπολη και την οριστική εκδίωξη των Ιταλών από την Β. Αφρική ήταν ανοικτός, αλλά ο Τσώρτσιλ, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, διέταξε τον Ουέιβελ να διακόψει την επίθεση του και να αποστείλει στρατεύματα στην Ελλάδα, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του τελευταίου.

Στο μεταξύ ο Μουσολίνι αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια του Χίτλερ και ο τελευταίος αποφάσισε να ενισχύσει το σύμμαχο του, αποστέλλοντας στην Β. Αφρική το πρόσφατα σχηματισμένο Deutsches Afrika Κorps (DAK), υπό τις διαταγές του στρατηγού Ρόμμελ.
Η άφιξη του Ρόμμελ στην Τρίπολη στις 12 Φεβρουαρίου 1941 έμελε να αλλάξει τα πάντα στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Οι διαταγές του από την Γερμανική Ανώτατη Διοίκηση ήταν να τηρήσει αμυντική στάση και να αποκρούσει την αναμενόμενη βρετανική επίθεση, αυτός όμως έπεισε τον στρατηγό Γκαριμπόλντι - που είχε αντικαταστήσει τον Γκρατσιάνι - και μετακίνησε από την Τρίπολη τις μεραρχίες Μπρέσια και Παβία στο βάθος του κόλπου της Σύρτης, ενώ η ΤΘΜ Αριέτε έλαβε θέσεις 50 χιλιόμετρα πίσω από το μέτωπο.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1941 οι πρώτες δυνάμεις του Γερμανικού Αφρικανικού Σώματος άρχισαν να αποβιβάζονται στο λιμάνι της Τρίπολης και στις 24 Φεβρουαρίου έλαβε χώρα η πρώτη αναμέτρηση μεταξύ γερμανικών και βρετανικών αναγνωριστικών οχημάτων στην περιοχή της Ελ Αγκέιλα.
Ο Ρόμμελ περιμένοντας την άφιξη του 5ου Συντάγματος Αρμάτων της 5ης Ελαφράς Μεραρχίας και με βάση στοιχεία της αεροπορικής αναγνώρισης της Λούφτβαφφε, ταξίδεψε στο Βερολίνο προσπαθώντας να πείσει τον Χάλντερ και τον Μπράουχιτς ότι οι συνθήκες ήταν ιδανικές για μια αιφνιδιαστική επίθεση για την ανακατάληψη της Λιβύης.
Η απάντηση που πήρε ήταν να αναμείνει την άφιξη και της 15ης ΤΘΜ και στην συνέχεια να περιοριστεί το πολύ στην ανακατάληψη της Βεγγάζης, το λιμάνι της οποίας χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί για τον εφοδιασμό τους.


Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΡΟΜΜΕΛ.

Στις 23 Μαρτίου 1941 ο Ρόμμελ, μόλις το 5ο Σύνταγμα Αρμάτων προωθήθηκε στο μέτωπο, κινήθηκε αμέσως προς την Ελ Αγκέιλα, την οποία κατέλαβε και επιτέθηκε στην συνέχεια στις Βρετανικές δυνάμεις στην περιοχή της Μέρσα-Μπρέγκα. Το απόγευμα της 31ης Μαρτίου ανάγκασε το Συγκρότημα Υποστήριξης της Βρετανικής 2ης ΤΘΜ που κατείχε τη τοποθεσία να υποχωρήσει προς την περιοχή της Αγκεντάμπια. Ο Ρόμμελ από την στιγμή που οι Βρετανοί άρχισαν να υποχωρούν δεν τους άφησε κανένα περιθώριο να ανασυγκροτηθούν. Διαίρεσε τις περιορισμένες δυνάμεις του σε τρεις ομάδες και τις εξαπέλυσε σε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Η διαταγή ήταν: « τα άρματα μπροστά, από πίσω τα τροχοφόρα, μέσα στην σκόνη ο εχθρός θα πιστέψει ότι του επιτίθενται δεκάδες άρματα». Τα νέα της επίθεσης δεν ανησύχησαν στην αρχή σοβαρά το Κάιρο, μια και ο Στρατηγός Ουέιβελ γνώριζε από τις υποκλοπές του ΟΥΛΤΡΑ ότι οι διαταγές που είχε ο Ρόμμελ ήταν να τηρήσει αμυντική στάση και θεώρησε την επιχείρηση ως μια επιθετική αναγνώριση.

Τα πράγματα άλλαξαν δραματικά όταν η μοναδική ταξιαρχία αρμάτων της άπειρης Βρετανικής 2ης ΤΘΜ του Στρατηγού Νήμ έχασε κατά την υποχώρηση της τα περισσότερα άρματα της από μηχανικές βλάβες και έλλειψη καυσίμων. Ο Ουέιβελ διέταξε την εκκένωση της Βεγγάζης και την συγκρότηση μιας αμυντικής γραμμής στην περιοχή του Μιούς και έστειλε τον στρατηγό Ο’ Κόνορ να εγκατασταθεί στο στρατηγείο του Νήμ, ως σύμβουλο του. Ο φρενιτιώδης ρυθμός που ο Ρόμμελ επέβαλε στις επιτιθέμενες δυνάμεις του, τις οποίες καθοδηγούσε προσωπικά πετώντας από ομάδα σε ομάδα με ένα μικρό αεροπλάνο Στόρχ, δεν έδωσε στους Βρετανούς τον χρόνο να ανασυγκροτηθούν.

Στις 6 Απριλίου οι Αυστραλοί εκκένωσαν την Βεγγάζη και άρχισαν την υποχώρηση αμυνόμενοι, ακολουθούμενοι κατά πόδας από την 3η Ομάδα Αναγνώρισης και οι δυνάμεις της 5ης Ελαφράς Μεραρχίας πλησίαζαν στο Μεκίλι με κατεύθυνση την Ντέρνα στην ακτή για να περικυκλώσουν τις υποχωρούσες δυνάμεις των Βρετανών και Αυστραλών. Τα ξημερώματα της 7ης Απριλίου μια μικρή ομάδα αναγνώρισης των Γερμανών συνέλαβε αιχμαλώτους τους Στρατηγούς Νήμ και Ο’ Κόνορ, αφήνοντας ακέφαλη την 2η ΤΘΜ. Στις 8 Απριλίου η 2η ΤΘΜ είχε πάψει να υφίσταται ως μονάδα, αλλά η άμυνα που πρόβαλε μέχρι τότε έδωσε τον χρόνο στους Αυστραλούς της 6ης Μ.Π. να υποχωρήσουν συντεταγμένα και να περιχαρακωθούν στο Τομπρούκ, που ήταν ο επόμενος στόχος του Ρόμμελ, παρά το γεγονός ότι τα άρματα του ήταν διασκορπισμένα χωρίς πυρομαχικά και καύσιμα και οι άντρες του κατάκοποι και εξαντλημένοι. Ο στρατηγός Ουέιβελ το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να διατάξει ανυποχώρητη άμυνα στο Τομπρούκ, αποδεχόμενος το γεγονός ότι ο Ρόμμελ μπορούσε να φτάσει μέχρι τα σύνορα της Αιγύπτου, μια και δεν είχε άλλες δυνάμεις για να τον ανακόψει.

Πράγματι στις 11 Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις φτάσανε στην Μπαρντία, το Καπούζο και το Σολλούμ και στις 26 Απριλίου κατέλαβαν την διάβαση της Χαλφάγια. Στις 14 Απριλίου το 5ο Σύνταγμα Αρμάτων και το 8ο Σύνταγμα Πολυβολητών επιτέθηκαν στο Τομπρούκ. Το πυροβολικό των Αυστραλών κατάστρεψε τα μισά από τα άρματα που μετείχαν στην επίθεση και υποχρέωσε το 5ο Σύνταγμα Αρμάτων να υποχωρήσει, αφήνοντας καθηλωμένους και απροστάτευτους τους πεζούς του 8ου Συντάγματος Πολυβολητών στην ζώνη θανάτου του φονικού πυρός των πυροβόλων των αμυνομένων. Οι απώλειες του 8ου Συντάγματος Πολυβολητών ξεπέρασαν το 75% της δύναμης του, ανάμεσα στις οποίες και ο διοικητής του.
Ο Ρόμμελ επανέλαβε την επίθεση του στις 16 και 17 Απριλίου, αλλά το μόνο που κατάφερε μέχρι τις 4 Μαΐου ήταν να προωθήσει τις θέσεις του περίπου δύο μίλια προς την περίμετρο και έχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες περιορίστηκε στην διατήρηση της πολιορκίας.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «BREVITY».

Ο στρατηγός Ουέιβελ όταν στις 18 Απριλίου 1941 πληροφορήθηκε ότι δυνάμεις της 15ης ΤΘΜ άρχισαν να αποβιβάζονται στην Τρίπολη, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί από το γεγονός ότι σύντομα θα αντιμετώπιζε μια πλήρη εμπειροπόλεμη γερμανική τεθωρακισμένη μεραρχία, την στιγμή που οι δικές του δυνάμεις αρμάτων είχαν σοβαρά μειωθεί. Ο Τσώρτσιλ, αντιλαμβανόμενος την σοβαρότητα της κατάστασης και της απειλής που διαγραφόταν, διέταξε να ενισχυθεί άμεσα το μέτωπο της Βόρειας Αφρικής με την αποστολή αρμάτων και καταδιωκτικών αεροπλάνων με μια ταχεία νηοπομπή που θα διέσχιζε την Μεσόγειο.
Η νηοπομπή «Τίγρις» κατάφερε, με την απώλεια μόνο ενός φορτηγού πλοίου, να φτάσει ασφαλής στην Αλεξάνδρεια με ένα φορτίο αρμάτων αποτελούμενο από 135 άρματα πεζικού Ματίλντα, 82 άρματα Κρούζερ και 21 ελαφρά άρματα.

Ο στρατηγός Ουέιβελ αποφάσισε να οργανώσει άμεσα μια επίθεση στην παραμεθόρια περιοχή με σκοπό να απωθήσει τους Γερμανούς από αυτήν και σε περίπτωση επιτυχίας να προωθηθεί και να λύσει τη πολιορκία του Τομπρούκ.
Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 15 Μαΐου 1941 και το πεζικό της Σκωτσέζων Φρουρών, υποστηριζόμενο από άρματα πεζικού Ματίλντα της 4ης ΤΘΤ και την υποστήριξη της Αεροπορίας της Ερήμου, κατέλαβαν την περιοχή πάνω από την διάβαση της Χαλφάγια. Στα δυτικά, δυνάμεις πεζικού και αρμάτων επιτέθηκαν στο οχυρό του Καπούζο, το οποίο κατέλαβαν με την απώλεια 9 αρμάτων και η 7η Τεθωρακισμένη Ομάδα Ταξιαρχίας προχώρησε ανενόχλητη στο εσωτερικό της ερήμου προς το Σίντι Αζίζ.

Ο Ρόμμελ, φοβούμενος ότι η προώθηση των βρετανικών δυνάμεων θα μπορούσε να σπάσει την πολιορκία του Τομπρούκ, διέταξε μια άμεση αντεπίθεση με τα άρματα του 5ου Συντάγματος της 5ης Ελαφράς Μεραρχίας, που εύκολα υποχρέωσε τις βρετανικές δυνάμεις να υποχωρήσουν.
Αυτό υπήρξε το σύντομο και άδοξο τέλος της επιχείρησης, της πρώτης απόπειρας των Βρετανών να λύσουν την πολιορκία του Τομπρούκ.


ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «BATTLEAXE»

Η επιχείρηση που άρχισε το πρωί της 14ης Ιουνίου 1941, ήταν η δεύτερη απόπειρα των Βρετανών να εκδιώξουν τις γερμανικές δυνάμεις από τις θέσεις που κρατούσαν στα σύνορα και να λύσουν την πολιορκία του Τομπρούκ. Ο στρατηγός Νέλ Μπέρεσδορντ-Πειρς , διοικητής του Βρετανικού 13ου Σώματος, επιτέθηκε με την 7η ΤΘΜ και την 4η Ινδική Μ.Π.
Ο Ρόμμελ είχε αναθέσει την πολιορκία του Τομπρούκ στις ιταλικές μεραρχίες πεζικού και διατηρούσε την 5η Ελαφρά Μεραρχία και την 15η ΤΘΜ που είχε προωθηθεί στο μέτωπο, μεταξύ του Τομπρούκ και των θέσεων που κρατούσαν οι δυνάμεις του στα σύνορα, ως κινητή εφεδρεία.

Η 4η Ινδική Μ.Π κατέλαβε το οχυρό Καπούζο και απέκρουσε μια γερμανική αντεπίθεση διατηρώντας τις θέσεις της, αλλά τα βρετανικά άρματα που επιτέθηκαν στην διάβαση της Χαλφάγια υπέστησαν κυριολεκτικά πανωλεθρία. Ο Ρόμμελ είχε εγκαταστήσει πυροβόλα των 88 σε καμουφλαρισμένες θέσεις μέσα σε σκάμματα με θαυμάσια πεδία πυρός και όταν τα βρετανικά άρματα Ματίλντα, που ήταν άτρωτα σε όλα τα άλλα εχθρικά αντιαρματικά πυροβόλα, άρχισαν να ανηφορίζουν προς την διάβαση, δέχθηκαν το φονικό πυρ τους από αποστάσεις που δεν μπορούσαν να ανταποδώσουν με το πυροβόλο των 2 pdr που διέθεταν. Σε διάστημα λίγων λεπτών όλα τα άρματα που μετείχαν στην επίθεση κείτονταν στο πεδίο της μάχης, άψυχα κουφάρια μπροστά στις γερμανικές θέσεις.

Τα βρετανικά άρματα Κρούζερ που αποστολή τους ήταν να κρατήσουν τα γερμανικά άρματα μακριά από το Καπούζο και την 4η Ινδική Μ.Π. αντιμετώπισαν και αυτά ένα φράγμα πυρός αντιαρματικών όπλων των 50 μ.μ. και μέχρι το μεσημέρι της 16ης Ιουνίου, το 75% των 200 βρετανικών αρμάτων που μετείχαν στην επίθεση είχαν τεθεί εκτός μάχης από τα γερμανικά αντιαρματικά πυροβόλα.
Μετά τις αμυντικές του επιτυχίες, ο Ρόμμελ αποφάσισε να αντεπιτεθεί με τα άρματα του για να εξολοθρεύσει τις ήδη αποδυναμωμένες βρετανικές δυνάμεις. Διέταξε την 15η ΤΘΜ να επιτεθεί στο οχυρό Καπούζο από το Βορρά και την 5η Ελαφρά Μεραρχία να καταδιώξει τα διασκορπισμένα άρματα που είχαν εναπομείνει στους Βρετανούς.
Ο στρατηγός Ουέιβελ, μπροστά στον κίνδυνο μιας συντριπτικής ήττας, διέταξε τις δυνάμεις του να υποχωρήσουν.


ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «CRUSADER»

Μετά την αποτυχία των επιθέσεων των Βρετανών τον Μάιο και τον Ιούνιο, η κατάσταση παρέμεινε στάσιμη στο βορειοαφρικανικό μέτωπο, με τους Βρετανούς να ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση για την λύση της πολιορκίας του Τομπρούκ και τους Γερμανούς να ενισχύουν τις δυνάμεις τους με σκοπό την κατάληψη του Τομπρούκ και την επίθεση στο εσωτερικό της Αιγύπτου. Ο Τσώρτσιλ αντικατέστησε τον στρατηγό Ουέιβελ, χρεώνοντας του τις μέχρι τότε αποτυχίες και διόρισε τον Στρατηγό Ώκιλνεκ Ανώτατο Διοικητή Μέσης Ανατολής, ο οποίος αναδιοργάνωσε τις δυνάμεις που διέθετε στην Αίγυπτο με τη συγκρότηση της 8ης Στρατιάς, που διέθετε δύο Σώματα Στρατού.

Το 30ο Σώμα, με την 7η ΤΘΜ ( 7η και 4η ΤΘΤ και Συγκρότημα Υποστήριξης), την 22 ΤΘΤ και την Νοτιοαφρικανική 1η Μ.Π. και το 13ο Σώμα, με την 4η Ινδική Μ.Π. και την Νεοζηλανδική Μ.Π. Η Βρετανική 70η Μ.Π. και η Πολωνική Καρπαθιανή Ταξιαρχία αντικατέστησαν στο Τομπρούκ τους πεισματάρηδες Αυστραλούς, που είχαν απωθήσει τις μέχρι τότε γερμανικές επιθέσεις, διατηρώντας τον «θρόμβο» στο σύστημα εφοδιασμού των δυνάμεων τους στα σύνορα της Αιγύπτου. Η 8η Στρατιά, με διοικητή τον στρατηγό Κάνιγκαμ, ενισχύθηκε με νέα άρματα Κρούζερ, τύπου Α15 και αμερικανικά ελαφρά άρματα τύπου Στούαρτ. Η Αεροπορία της Ερήμου παρέτασσε περίπου 800 μαχητικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα.

Οι δυνάμεις του Άξονα περιλάμβαναν το Άφρικα Κορπ, με την 15η ΤΘΜ, την 21η ΤΘΜ και την Ελαφρά 90η Μ.Π., έξι Ιταλικές μεραρχίες πεζικού και την ΤΘΜ Αριέτε. Η εναέρια υποστήριξη περιορίζονταν σε 120 γερμανικά και 200 ιταλικά αεροπλάνα. Ο Ρόμμελ, έχοντας επίγνωση ότι ο χρόνος κυλούσε σε βάρος του και ότι οι ενισχύσεις της αντίπαλης πλευράς δεν μπορούσαν με τίποτε να συγκριθούν με τα λιγοστά εφόδια και ενισχύσεις στα οποία ο ίδιος μπορούσε να ελπίζει, ετοίμαζε πυρετωδώς την νέα επίθεση του στο Τομπρούκ, ενώ ο Ώκιλενκ αντέστη στις πεισματικές πιέσεις του Τσώρτσιλ να επιτεθεί άμεσα και μόνο στις 18 Νοεμβρίου 1941 ξεκίνησε την νέα επίθεση για την λύση της πολιορκίας του Τομπρούκ.

Η επίθεση αιφνιδίασε πλήρως τις δυνάμεις του Άξονα και τον Ρόμμελ προσωπικά, ο οποίος είχε «πείσει» τον εαυτό του ότι οι Βρετανοί δεν ήταν έτοιμοι να επιτεθούν ακόμη. Μια πρωτόγνωρη για την Αφρική νεροποντή την 16η Νοεμβρίου μετέτρεψε τα αποξηραμένα φαράγγια ( wadi) σε ορμητικούς χείμαρρους, που παρέσυραν άνδρες και υλικό και τα γερμανικά αεροδρόμια σε βαλτότοπους, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί καμία πτήση, που είναι βέβαιο ότι θα αποκάλυπτε την συγκέντρωση μιας εντυπωσιακής δύναμης που κινούνταν προς τα σύνορα.

Στις 18 Νοεμβρίου 1941, οι ΤΘΤ του 30ου Σώματος προχώρησαν ανενόχλητες στο εσωτερικό της ερήμου σε απόσταση 50 μιλίων από τα σύνορα της Αιγύπτου και οι μόνες απώλειες που υπέστησαν οφείλονταν σε μηχανικές βλάβες. Την ίδια μέρα η 4η Ινδική Μεραρχία και η Νεοζηλανδική Μεραρχία του 13ου Σώματος προσπέρασαν τις θέσεις των Γερμανών στα σύνορα από τα νότια, με σκοπό την επόμενη μέρα να κινηθούν βόρεια προς την παραλιακή οδό και το Τομπρούκ. Η μοναδική εμπλοκή με τον εχθρό ήταν αυτή μεταξύ των οχημάτων αναγνώρισης του 30ου Σώματος με οχήματα της Επιλαρχίας Αναγνώρισης της 21ης ΤΘΜ. Παρόλο που το βράδυ της 18ης Νοεμβρίου ο Ρόμμελ ενημερώθηκε για την παρουσία βρετανικών αναγνωριστικών οχημάτων στο εσωτερικό της ερήμου, δεν άλλαξε σε τίποτε τα σχέδια του για την επίθεση του στο Τομπρούκ στις 23 Νοεμβρίου.

Στις 19 Νοεμβρίου τα βρετανικά άρματα κατέλαβαν το γερμανικό αεροδρόμιο στο Σίντι Ρεζέχ, δεκαπέντε μίλια νότια από την περίμετρο του Τομπρούκ και εξουδετέρωσαν την φρουρά του, αλλά η άπειρη Βρετανική 22η ΤΘΤ υπέστη σοβαρές απώλειες όταν επιτέθηκε στις δυνάμεις της μεραρχίας Αριέτε. Ο Ρόμμελ έχοντας τελικά συνειδητοποιήσει ότι αντιμετωπίζει την αναμενόμενη βρετανική επίθεση διέταξε την 90η Ελαφρά Μεραρχία να κινηθεί προς το Σίντι Ρεζέχ, εμποδίζοντας τους Βρετανούς να προωθηθούν προς το Τομπρούκ και τις δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες του να αναζητήσουν και να καταστρέψουν τις βρετανικές δυνάμεις. Οι μάχες που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες ήταν χαοτικές .

Στις 21 Νοεμβρίου η βρετανική 70η Μ.Π. επιτέθηκε από την περίμετρο του Τομπρούκ στα νώτα των δυνάμεων του Άξονα στην περιοχή του Σίντι Ρεζέχ, η 21η και η 15η ΤΘΜ κινήθηκαν δυτικά για να επιτεθούν στην Βρετανική 7η ΤΘΤ και το Συγκρότημα Υποστήριξης της 7ης ΤΘΜ, ενώ η 4η και η 22η ΤΘΤ των Βρετανών κινήθηκαν βόρεια προς το πλευρό του άξονα προσπέλασης του Άφρικα Κορπ και ενεπλάκησαν σε διαδοχικές μάχες στην περιοχή του Σίντι Ρεζέχ.

Στις 23 Νοεμβρίου οι βρετανικές δυνάμεις που κατείχαν το αεροδρόμιο Σίντι Ρεζέχ βάλλονταν από τα βόρεια από το πυροβολικό της 21ης ΤΘΜ και της 90ης Ελαφράς Μ.Π. και ταυτόχρονα αντιμετώπισαν την επίθεση από τα νότια της Ιταλικής ΤΘΜ Αριέτε και του 8ου και 5ου Σύνταγματος Αρμάτων των Γερμανικών ΤΘΜ, που ο Ρόμμελ είχε συγκροτήσει σε μια σιδερένια σφύρα. Η επίθεση των αρμάτων που κινήθηκαν ως οδοστρωτήρας, με μια μετωπική επίθεση διέλυσε τα βρετανικά τεθωρακισμένα, το Συγκρότημα Υποστήριξης της 7ης ΤΘΜ και τις δυνάμεις της 5ης Νοτιοαφρικανικής Ταξιαρχίας, συλλαμβάνοντας αιχμάλωτο τον διοικητή της τελευταίας, ταξίαρχο Αρμστρονγκ και περίπου 3.000 άνδρες της.

Το ίδιο βράδυ ο διοικητής της 8ης Στρατιάς ζήτησε την άδεια του Ώκιλνεκ να διακόψει την επίθεση του και να υποχωρήσει, φοβούμενος ότι τα γερμανικά τεθωρακισμένα θα εξολόθρευαν τις μονάδες πεζικού του, που είχαν μείνει χωρίς την προστασία των κατεστραμμένων αρμάτων του. Ο Ώκιλνεκ αρνήθηκε να εγκρίνει την υποχώρηση, γνωρίζοντας από το ΟΥΛΤΡΑ ότι οι Γερμανοί ήδη αντιμετώπιζαν προβλήματα στον ανεφοδιασμό τους. Αλλά και η θριαμβευτική νίκη στο Σίντι Ρεζέχ αποδείχθηκε «πύρρεια» για τους Γερμανούς, μια και οι απώλειες που υπέστησαν από το πυρ των αμυνομένων περιόρισαν την δύναμη του Άφρικα Κόρπ σε ενενήντα άρματα. Την επόμενη μέρα ο ίδιος ο Ρόμμελ πήρε την κατάσταση στα χέρια του, με στόχο να αντιστρέψει την βρετανική εισβολή στην Λιβύη σε γερμανική επίθεση στην Αίγυπτο, καταστρέφοντας τις βρετανικές δυνάμεις με ένα και μοναδικό χτύπημα και έχοντας στο μυαλό του τον πανικό που προκάλεσε στους αντιπάλους του η προηγούμενη τολμηρή του διείσδυση τον Μάρτιο που οδήγησε στην κατάρρευση τους.

Ενώ οι επιτελείς του ανησυχούσαν από την εμφάνιση νέων βρετανικών δυνάμεων στα νότια του Τομπρούκ, ο Ρόμμελ διέταξε οι τρεις ΤΘΜ του Άξονα να κινηθούν στην περιοχή των συνόρων και τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής της λεγόμενης «Εξόρμησης προς το Σύρμα» - όλοι αναφέρονταν στα σύνορα της Αιγύπτου με την Λιβύη με το όνομα σύρμα, λόγω του συρματοπλέγματος που είχαν τοποθετήσει κατά μήκος των συνόρων οι Ιταλοί. Παρά τον πανικό που δημιουργήθηκε στις μονάδες των μετόπισθεν του, ο Ώκιλνεκ παρέμεινε ακλόνητος στην απόφαση του να μην υποχωρήσει, αντικατέστησε τον Κάνιγκαμ στην διοίκηση της 8ης Στρατιάς με τον Στρατηγό Νόρι και όλες οι επιθέσεις του Ρόμμελ στα σύνορα αποκρούστηκαν από την 4η Ινδική Μ.Π. και τα τεθωρακισμένα του διασκορπίστηκαν στην έρημο, χωρίς καύσιμα και πυρομαχικά, μια και οι Βρετανικές δυνάμεις στα μετόπισθεν του καταστρέψανε τις φάλαγγες εφοδιασμού του.

Οι Βρετανοί επισκεύασαν τα άρματα τους που είχαν υποστεί ζημίες στις μάχες γύρω από το Σίντι Ρεζέχ και οι Νεοζηλανδοί του 13ου Σώματος και οι δυνάμεις της 70ης Μ.Π. ασκούσαν ασφυκτική πίεση στις δυνάμεις που είχε αφήσει ο Ρόμμελ στα νότια του Τομπρούκ και τελικά αποφάσισε να υποχωρήσει, μια και η τολμηρή του διείσδυση δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Στις 4 Δεκεμβρίου, το Άφρικα Κόρπ είχε μείνει με 40 άρματα, η Μεραρχία Μπολόνια είχε πάψει να υφίσταται ως μονάδα και ο Ρόμμελ υποχρεώθηκε σε πλήρη υποχώρηση για να διασώσει τις δυνάμεις που του απέμεναν. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Βρετανών και παρά τις ελλείψεις του Άφρικα Κορπ σε καύσιμα και πυρομαχικά, ο Ρόμμελ κατάφερε να καλύψει με τα άρματα του την υποχώρηση της 90ης Ελαφράς, της Αριέτε και τεσσάρων Ιταλικών Μεραρχιών στην Μέρσα Ελ Μπρέγκα, σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει την θριαμβευτική πορεία του προς την Αίγυπτο τον Μάρτιο του 1941, όπου εγκατέστησε αμυντικά τις δυνάμεις του.

Μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 1942, οι Ιταλογερμανικές δυνάμεις που είχαν παραμείνει αποκομμένες στις θέσεις τους στα σύνορα της Αιγύπτο - στην Μπαρντία, στο Σολλούμ και στην διάβαση της Χαλφάγιας - κατέθεσαν τα όπλα.


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.

Ο Ρόμμελ, μετά την υποχώρηση του στην περιοχή της Μέρσα Ελ Μπρέγκα και αφού ασφάλισε το μέτωπο του, άρχισε να κάνει αμέσως τα σχέδια του για μια νέα επίθεση, μόλις θα είχε στην διάθεση του επαρκή εφόδια και ενισχύσεις.
Οι δυνάμεις της Λουφτβάφφε που μεταφέρθηκαν στην Σικελία απέκτησαν την αεροπορική υπεροχή στην περιοχή και έτσι σύντομα άρματα, καύσιμα και κάθε είδους εφόδια άρχισαν να φτάνουν με ασφάλεια στο λιμάνι της Τρίπολης και να προωθούνται στο μέτωπο.

Οι Βρετανοί συγκέντρωναν και αυτοί εφόδια και ενισχύσεις στην περιοχή του μετώπου και ταυτόχρονα ο Ώκιλνεκ, για κάθε περίσταση, οργάνωνε μια γραμμή άμυνας στην περιοχή της Γκαζάλα, δυτικά του Τομπρούκ, για να αποφύγει μια δεύτερη πολιορκία του μοναδικού σημαντικού λιμανιού μεταξύ της Βεγγάζης και της Αλεξάνδρειας για τον εφοδιασμό των δυνάμεων του στην Λιβύη.

Ο Ρόμμελ στις 19 Ιανουαρίου ξεκίνησε την αντεπίθεση του. Κινούμενος στην διάρκεια μιας αμμοθύελλας κατέλαβε την Ελ Αγκέιλα και στην συνέχεια κινήθηκε κατά μήκος της Βία Μπαλμπία. Οι Βρετανοί, που δεν είχαν μάθει από τα παθήματα του περασμένου έτους, είχαν τις δυνάμεις τους διασκορπισμένες και αιφνιδιάστηκαν πλήρως από την γερμανική αντεπίθεση .

Το ίδιο αιφνιδιάστηκε και η Ανώτατη Ηγεσία των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων και οι Ιταλοί Σύμμαχοι, μια και ο Ρόμμελ σε κανένα δεν είχε γνωστοποιήσει τις προθέσεις του. Ο Ώκιλνεκ παρέμενε και αυτός ήρεμος, μια και οι υποκλοπές του ΟΥΛΤΡΑ δεν παρείχαν καμιά ένδειξη για επικείμενη επίθεση.

Στις 27 Ιανουαρίου επανακαταλήφθηκε η Βεγγάζη και στις 3 Φεβρουαρίου οι Γερμανοιταλικές δυνάμεις προσέγγισαν την γραμμή της Γκαζάλα και σταμάτησαν μπροστά στα εκτεταμένα ναρκοπέδια της και τα οχυρά που τα υπεράσπιζαν. Ο Ώκιλνεκ είχε επιδείξει εξαιρετική πρόνοια όταν αποφάσισε την δημιουργία της. Πίσω από τα ναρκοπέδια οι δύο αντίπαλοι άρχισαν τις προετοιμασίες τους για την επόμενη σύγκρουση τους και ο Ρόμμελ μπόρεσε να επιστρέψει στην Γερμανία για πρώτη φορά από την ημέρα που είχε φτάσει στην Αφρική.

ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΓΡΑΜΜΗΣ ΓΚΑΖΑΛΑ-ΠΤΩΣΗ ΤΟΜΠΡΟΥΚ.

Η γραμμή Γκαζάλα επανδρώθηκε από τις δυνάμεις του 13ου Σώματος της 8ης Στρατιάς. Το σημαντικότερο οχυρό της ήταν αυτό στο Μπίρ Χακέιμ, το νοτιότερο της γραμμής, μια και αποτελούσε τον άξονα οποιασδήποτε επίθεσης από το εσωτερικό της ερήμου, που επανδρώθηκε από τη 1η Ταξιαρχία των Ελεύθερων Γάλλων.

Δέκα έξι μίλια στα βόρεια ένα άλλο οχυρό επανδρώνονταν από τη 150η Βρετανική Ταξιαρχία Πεζικού και βορειοανατολικά το οχυρό Νάιτμπριτζ, που κρατούσε η 201η Ταξιαρχία Φρουρών έφρασε τον δρόμο προς το Τομπρούκ. Τα υπόλοιπα οχυρά επανδρώνονται από Βρετανούς και Νοτιοαφρικανούς, με τους τελευταίους να είναι εγκατεστημένοι στα βόρεια οχυρά κοντά στη θάλασσα.

Η ανοικτή έρημος πίσω από την γραμμή των οχυρών επιτηρούνταν από τις μονάδες της 1ης και την 7ης ΤΘΜ του 30ου Σώματος. Τα βρετανικά άρματα ήταν διπλάσια σε αριθμό από αυτά του Άξονα και μεταξύ αυτών για πρώτη φορά συμπεριλαμβάνονταν και αμερικανικά άρματα τύπου Γκράντ.

Ο Ρόμμελ το βράδυ της 26ης Μαίου 1942 μετακίνησε το Αφρικα Κόρπ, την 90η Ελαφρά και το ΧΧ Ιταλικό Σώμα και παρέκαμψε την γραμμή από τα νότια, ενώ στα βόρεια επιτέθηκαν μετωπικά Ιταλικές δυνάμεις πεζικού για να καθηλώσουν τα εχθρικά στρατεύματα.
Αν και τα άρματα των μεραρχιών του Άξονα επισημάνθηκαν έγκαιρα από βρετανικά αναγνωριστικά οχήματα τα ξημερώματα της 27ης Μαΐου, η ταχύτητα της γερμανικής εφόδου ήταν τέτοια που τα προπορευόμενα άρματα εισέδυσαν στο προκεχωρημένο στρατηγείο της Βρετανικής 7ης ΤΘΜ και διασκορπίσανε τις δυνάμεις της 7ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας.

Η 3η Ινδική Ταξιαρχία τράπηκε σε φυγή και τα γερμανικά άρματα επιτέθηκαν στις φάλαγγες εφοδιασμού των Βρετανών στερώντας τις μονάδες της 7ης ΤΘΜ από καύσιμα, εφόδια και πυρομαχικά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας οι Γερμανοί στράφηκαν κατά της φρουράς που υπεράσπιζε το οχυρό Νάιτμπριτζ και κινήθηκαν προς την ακτή, αλλά η βρετανική αντίσταση στα μετόπισθεν τους κατέστησε αδύνατο τον ανεφοδιασμό τους από τις φάλαγγες που παρέκαμπταν την γραμμή από τον νότο.

Μέχρι την 29η Μαΐου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν καθηλωθεί στο σύνολο τους και την επόμενη μέρα ο Ρόμμελ αναγκάστηκε να τις συγκεντρώσει σε μια αμυντική περίμετρο, καλυπτόμενη από αντιαρματικά όπλα. Οι Γερμανοί αντιστρέφοντας τη κατεύθυνση της επίθεσης τους προς τα δυτικά κατόρθωσαν και άνοιξαν δύο διαδρόμους στα ναρκοπέδια γύρω από το οχυρό της βρετανικής 150ης ΤΠ για να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό τους.

Οι Βρετανοί δεν κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις των αρμάτων τους για μια αποφασιστική επίθεση και ο Ρόμμελ αφού απέκρουσε τις τμηματικές κρούσεις τους, πέρασε στην επίθεση και πάλι κατά των δυνάμεων της 150ης ταξιαρχίας και των Γάλλων, που υπερασπίζονταν με πείσμα το Μπίρ Χακέιμ. Το οχυρό που υπεράσπιζε η 150η Ταξιαρχία καταλήφθηκε την 1η Ιουνίου οι βρετανικές μονάδες τεθωρακισμένων που επιτίθονταν ασυντόνιστα υπέστησαν βαριές απώλειες από το «τείχος» των αντιαρματικών όπλων, αλλά οι Ελέυθεροι Γάλλοι συνέχισαν να ανθίστανται στην περιοχή του οχυρού του Μπίρ Χακέιμ. Το απόγευμα της 10ης Ιουνίου, ο Ρόμμελ συγκέντρωσε όλες τις δυναμεις του και επιτέθηκε και πάλι στο οχυρό και το ίδιο βράδυ οι Ελεύθεροι Γάλλοι αναγκάστηκαν να το εκκενώσουν. Οι δυνάμεις του Άξονα στράφηκαν και πάλι βόρεια και το βράδυ της 13ης Ιουνίου οι Βρετανοί εκκένωσαν και το οχυρό Νάιτμπριτζ και έτσι ο δρόμος προς το Τομπρούκ έμεινε ανοιχτός. Ο κίνδυνος της περικύκλωσης και της αποκοπής της 50ης Βρετανικής Μ.Π. και της 1ης Νοτιοαφρικανικής Μ.Π., που κρατούσαν τα βόρεια οχυρά της γραμμής ήταν πλέον ορατός και διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις και να υποχωρήσουν ανατολικά κατά μήκος της παραλιακής οδού. Το Άφρικα Κόρπ προσπάθησε να αποκόψει την υποχώρηση τους, αλλά οι δυνάμεις της 1ης και 7ης ΤΘΜ, που αναπλήρωσαν τις απώλειες τους σε άρματα, κατόρθωσαν να καθυστερήσουν την πρόοδο του προς την ακτή και η υποχώρηση των δύο μεραρχιών πεζικού ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Στις 17 Ιουνίου οι δυνάμεις του Άξονα απέκρουσαν μια ακόμα ασυντόνιστη επίθεση από τα βρετανικά τεθωρακισμένα και στις 20 Ιουνίου 1942 έφτασαν στην περίμετρο του Τομπρούκ που το υπεράσπιζαν οι δυνάμεις των Νοτιοαφρικανών που είχαν υποχωρήσει από την γραμμή Γκαζάλα, υπό τον στρατηγό Κλόπερ. Τις επόμενες δύο μέρες τα άρματα του Αφρικα Κόρπ διέσπασαν την περίμετρο και κατάφεραν επιτέλους να καταλάβουν το Τομπρούκ, συλλαμβάνοντας 30.000 αιχμαλώτους και καταλαμβάνοντας σημαντικές ποσότητες εφοδίων. Ο Χίτλερ προήγαγε σε Στρατάρχη το στρατηγό Ρόμμελ.

Ο στρατηγός Ώκιλνεκ, ανέλαβε προσωπικά την διοίκηση της 8ης Στρατιάς, απαλλάσσοντας τον Στρατηγό Ρίτσι και διέταξε την υποχώρηση των δυνάμεων του στην γραμμή άμυνας στο Ελ Αλαμέιν, σε απόσταση 60 μιλίων από την Αλεξάνδρεια.

Η γραμμή αυτή άμυνας ήταν μοναδική στη Β. Αφρική, δεδομένου ότι το νότιο πλευρό της καλυπτόταν από το καταβύθισμα της Κατάρα και αυτό σήμαινε ότι για πρώτη φορά τα βρετανικά πλευρά ήταν ασφαλή από μια υπερφαλάγγιση τους από το εσωτερικό της ερήμου.


Η ΠΡΩΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΛ ΑΛΑΜΕΙΝ

Μετά την πτώση του Τομπρούκ ο Ρόμμελ, παρά τις απώλειες που είχε υποστεί και την εξάντληση των δυνάμεων του, αποφάσισε να επιτεθεί στη νέα βρετανική γραμμή το συντομότερο δυνατό. Η επίθεση του άρχισε το πρωί της 1ης Ιουλίου, αλλά οι δυνάμεις της γερμανικής 90ης Ελαφράς Μ.Π. και της 15ης ΤΘΜ καθηλώθηκαν μπροστά στην γραμμή, όπως και η επίθεση της 21ης ΤΘΜ το σούρουπο της ίδιας μέρας.
Το πρωί της 2ης Ιουλίου μια νέα γερμανική επίθεση αποκρούστηκε από τα βρετανικά άρματα και στις 3 Ιουλίου το Αφρικα Κόρπ είχε μείνει με 26 άρματα και αποσύρθηκε για ανασυγκρότηση.

Τις επόμενες ημέρες και οι δύο πλευρές μετέφεραν προμήθειες και ενισχύσεις, ενώ προσπαθούσαν ξέφρενα να επισκευάσουν τα άρματα τους που είχαν υποστεί ζημίες από τις μάχες που είχαν προηγηθεί. Οι Γερμανοί ήταν πολύ εξαντλημένοι και οι Βρετανοί πολύ αποδιοργανωμένοι, με αποτέλεσμα μόνο ασυντόνιστες και σποραδικές συγκρούσεις να συνεχιστούν γύρω από τη γραμμή το μεγαλύτερο διάστημα του Ιουλίου. Παρά την επιτυχή απόκρουση των γερμανικών επιθέσεων, ο Τσώρτσιλ στις 13 Αυγούστου αντικατέστησε στην Ανώτατη Διοίκηση Μέσης Ανατολής τον Ώκιλνεκ με τον στρατηγό Αλεξάντερ και διοικητής της 8ης Στρατιάς ορίστηκε ο στρατηγός Μοντγκόμερυ.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΛΑΜ ΧΑΛΦΑ

Ο στρατηγός Μοντγκόμερυ εγκατέστησε τις δυνάμεις του στην αμυντική θέση του Ελ Αλαμέιν και άρχισε να τις ενισχύει και να τις εκπαιδεύει, αλλά ο Ρόμμελ στα τέλη Αυγούστου επιτέθηκε και πάλι στο νότο με την 15η και 21η ΤΘΜ , την 90η Μεραρχία και το Ιταλικό ΧΧ Σώμα, για να διασπάσει το μέτωπο στην περιοχή της Αλάμ Χάλφα και να κινηθεί βόρεια προς την ακτή, περικυκλώνοντας τις εχθρικές δυνάμεις που κρατούσαν την γραμμή.

Ο Μοντγκόμερυ είχε πληροφορηθεί τα σχέδια του από τις υποκλοπές του ΟΥΛΤΡΑ και ενίσχυσε τις δυνάμεις του στην περιοχή της επίθεσης με άρματα και πυροβολικό και πύκνωσε τα ναρκοπέδια του.
Ο Ρόμμελ, αν και είχε ενισχυθεί σε άρματα και είχε αναπληρώσει τις απώλειες του σε άνδρες, είχε πολύ περιορισμένα αποθέματα καυσίμων και γνώριζε ότι έπρεπε να εκβιάσει μια γρήγορη διάσπαση του μετώπου για να πετύχει η επίθεση του. Επιπλέον ήταν άρρωστος, πάσχοντας από ίκτερο, νεύρωση στομάχου και κυκλοφοριακά προβλήματα, που του προκαλούσαν συχνές λιποθυμίες.

Η επίθεση άρχισε τη νύχτα της 30ης/31η Αυγούστου, αλλά οι δυνάμεις του Άξονα καθηλώθηκαν στα πυκνά ναρκοπέδια, δεχόμενες τα πυκνά πυρά των Νεοζηλανδών και της 7ης ΤΘΜ. Μέχρι την αυγή της 31ης Αυγούστου οι Γερμανοί είχαν προωθηθεί μόνο οκτώ μίλια μέσα από τα ναρκοπέδια και όλη την μέρα δέχονταν τα πυκνά πυρά του πυροβολικού και τα πλήγματα από τις συνεχείς αεροπορικές επιθέσεις.
Η επίθεση καρκινοβατούσε στα εχθρικά ναρκοπέδια και η Αεροπορία της Ερήμου συνέχισε τις προσβολές της ακόμα και στη διάρκεια της νύχτας υπό το φως φωτοβολίδων. Το πρόβλημα της έλλειψης καυσίμων περιόρισε γρήγορα την επίθεση και στις 2 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί άρχισαν να αποσύρονται συγκροτημένα.


Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΛ ΑΛΑΜΕΙΝ.

Πέντε εβδομάδες μετά από την επίθεση στην Αλάμ Χάλφα, η δύναμη της 8ης Στρατιάς σε άρματα προσέγγισε τα 1.350, ανάμεσα στα οποία και τα αμερικανικά Σέρμαν και περίπου 1.000 πυροβόλα ήταν διαθέσιμα για την επερχόμενη μάχη.
Ο Μοντγκόμερυ σχεδίασε μια στατική μάχη, με σκοπό σε πρώτη φάση να «διαβρώσει» την εχθρική δύναμη και σε δεύτερη φάση να το μέτωπο. Ο Ρόμμελ, σοβαρά άρρωστος, βρισκόταν για θεραπεία στην Γερμανία και την θέση του είχε πάρει ο Στρατηγός Στούμε.

Η συντριπτική βολή πυροβολικού, που σήμανε την αρχή της επίθεσης, άρχισε στις 21:40 το βράδυ της 23 Οκτωβρίου 1942 και η νύχτα σκίστηκε από τις βροντές του φράγματος πυρός στις εχθρικές θέσεις. Οι βρετανικές μονάδες μηχανικού και πεζικού κινήθηκαν στις 23:00 υπό το εχθρικό πυρ, οι σκαπανείς κατάφεραν και άνοιξαν διαδρόμους στα πρώτα εχθρικά ναρκοπέδια, αλλά οι αμυνόμενοι συγκέντρωσαν τα πυρά κάθε διαθέσιμου όπλου τους σε αυτούς και γρήγορα έγινε φανερό ότι τα επόμενα ναρκοπέδια δεν θα εκκαθαρίζονταν στην διάρκεια της νύκτας. Στο νότο, οι Ελεύθεροι Γάλλοι επιτέθηκαν στις 02:30 το πρωί και με την υποστήριξη πυροβολικού κατόρθωσαν να προωθηθούν και να αποκτήσουν τον έλεγχο ενός υψιπέδου που ήλεγχε το σύνολο του μετώπου, αλλά μια εχθρική αντεπίθεση με άρματα τους απώθησε από τις θέσεις που είχαν καταλάβει.

Η επίθεση του πεζικού ξανάρχισε τη νύχτα της 24ης/25ης Οκτωβρίου, εξασφάλισε γρήγορα ένα προγεφύρωμα μέσα στο δεύτερο εχθρικό ναρκοπέδιο, αλλά γρήγορα καθηλώθηκε σε αυτό από τα εχθρικά πυρά, ενώ οι προσπάθειες του μηχανικού να ανοίξει διαδρόμους για τα άρματα αποδείχθηκαν εξαιρετικά αργές και δαπανηρές σε απώλειες. Τα άρματα της 7ης ΤΘΜ που προωθήθηκαν γρήγορα σε αυτούς, αναχαιτίστηκαν από αντιαρματικά πυρά.

Την επόμενη ημέρα, 25η Οκτωβρίου, η επίθεση στο νότο διακόπηκε και στη διάρκεια της νύχτας η 7η ΤΘΜ αποσύρθηκε από το μέτωπο και κινήθηκε στα βόρεια, έτσι ώστε να είναι έτοιμη να κινηθεί από κοινού με τις δυνάμεις της 1ης ΤΘΜ, στο ρήγμα του μετώπου που θα πετύχαινε το πεζικό και να καταδιώξει τον εχθρό.

Ο Ρόμμελ, ύστερα από προσωπική εντολή του Χίτλερ, επέστρεψε στη Αφρική το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου και διαπίστωσε ότι οι μονάδες του είχαν υποστεί βαριές απώλειες και τα καύσιμα που είχε στην διάθεση του επαρκούσαν μόνο για τρεις ημέρες μάχης. Το μόνο που του έμενε ήταν να υποχωρήσει από τις στατικές θέσεις που κρατούσαν τα στρατεύματα του, αλλά ο Χίτλερ απαγόρευσε κάθε υποχώρηση με αποτέλεσμα οι Βρετανοί με την συντριπτική υπεροχή που διέθεταν στο έδαφος και στον αέρα να αποδεκατίσουν τις ιταλικές και γερμανικές μονάδες που παρέμεναν στις αμυντικές θέσεις τους.

Το Αφρικα Κόρπ, λειτουργώντας ως πυροσβέστης στην προσπάθεια να εμποδίσει κάθε εχθρική διείσδυση στην γραμμή του μετώπου, σπατάλησε τα λιγοστά καύσιμα και πυρομαχικά του και έχασε τα περισσότερα άρματα του από το πυρ του πυροβολικού, των εχθρικών αρμάτων και των προσβολών της Αεροπορίας της Ερήμου, που είχε αποκτήσει την απόλυτη αεροπορική υπεροχή στο πεδίο της μάχης. Στις 3η Νοεμβρίου το ασθενές μέτωπο του Άξονα ήταν έτοιμο να διαρραγεί.

Εκείνη η νύχτα ξεκίνησε η δεύτερη φάση της επίθεσης του Μοντγκόμερυ, με το πεζικό να διευρύνει τους διαδρόμους στα ναρκοπέδια και τα ρήγματα στο εχθρικό μέτωπο και τα άρματα της 1ης και 7ης ΤΘΜ να ακολουθούν. Μέχρι το πρωί της 4ης Νοεμβρίου είχε επιτευχθεί η πλήρης διάσπαση του μετώπου και τα άρματα άρχισαν να προωθούνται προς το βορρά για να αποκόψουν την εχθρική υποχώρηση.

Νωρίς το απόγευμα της 4ης Νοεμβρίου, οι Βρετανοί με την ισχυρή υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, υποχρέωσαν τα άρματα της Μεραρχίας Αριέτε, αυτά της Λιτόριο και τα λιγοστά της 15ης ΤΘΜ σε υποχώρηση. Το βράδυ της ίδιας μέρας το Αφρικα Κόρπ είχε μείνει με 30 άρματα και την επόμενη μέρα άρχισε η υποχώρηση των δυνάμεων του Άξονα προς τα δυτικά, υπό την απηνή καταδίωξη του από την αεροπορία. Οι πεζοπόρες δυνάμεις και ειδικά οι Ιταλικές μεραρχίες πεζικού που δεν διέθεταν τροχοφόρα, υποχρεώθηκαν να παραδοθούν.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ.

Οι Βρετανοί πίστεψαν ότι σύντομα θα ήταν σε θέση κινούμενοι από το εσωτερικό της ερήμου να αποκόψουν την υποχώρηση των στρατευμάτων του Άξονα που υποχωρούσαν κατά μήκος της παραλιακής οδό, αλλά μια ξαφνική νεροποντή στις 6 Νοεμβρίου μετέτρεψε την έρημο σε τέλμα και η καταδίωξη επιβραδύνθηκε. Το Αφρικα Κόρπ έχοντας μείνει με είκοσι άρματα κατάφερε να φτάσει στο Σολλούμ στα σύνορα Αίγυπτου-Λιβύης. Όταν στις 8 Νοεμβρίου ο Ρόμμελ πληροφορήθηκε για την απόβαση των Αγγλοαμερικανών στις γαλλικές κτήσεις στην Β.Αφρική και έχοντας πλέον να αντιμετωπίσει ένα διμέτωπο αγώνα, αποφάσισε να αποσυρθεί άμεσα και όσο το δυνατόν δυτικότερα για να μειώσει στο ελάχιστο τις γραμμές εφοδιασμού του.

Η 8η Στρατιά κατέλαβε το Τομπρούκ στις 13 Νοεμβρίου1942, στις 20 Νοεμβρίου τη Βεγγάζη και στις 23 Ιανουαρίου του 1943 την Τρίπολη, όπου διέκοψε την καταδίωξη για την ανασυγκρότηση και τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων της. Οι δυνάμεις του Άξονα μέχρι τις 4 Φεβρουαρίου είχαν αποσυρθεί πίσω από την γραμμή Μάρεθ, μια σειρά οχυρών που οι Γάλλοι είχαν κατασκευάσει στα σύνορα Λιβύης-Τυνησίας.

Ο Ρόμμελ, αφού ενισχύθηκε και συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, στράφηκε κατά των Αμερικανικών δυνάμεων στην Τυνησία και στις 14 Φεβρουαρίου τις υποχρέωσε να αποσυρθούν από τη διάβαση του Φαίντ προς την διάβαση του Κασερίν, όπου διηύθυνε προσωπικά την επίθεση που διέσπασε τις αμερικανικές γραμμές και έτρεψε τους αντιπάλους του σε άτακτη υποχώρηση. Οι Αμερικανοί υπέστησαν βαριές απώλειες σε άνδρες και εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης άρματα, πυροβόλα και αντιαρματικά όπλα.

Τρεις ημέρες αργότερα, στις 23 Φεβρουαρίου, η έλλειψη εφοδίων και οι σφοδροί βομβαρδισμοί της Συμμαχικής Αεροπορίας υποχρέωσαν το Ρόμμελ να αποσυρθεί και οδήγησε τις δυνάμεις του στη γραμμή Μάρεθ για να αντιμετωπίσει και πάλι την 8η Στρατιά. Ο Μοντγκόμερυ απέκρουσε την επίθεση του Ρόμμελ και σε ένα αγώνα τριβής που ακολούθησε, χάρη στην υπεροπλία του σε ξηρά και αέρα, αποδυνάμωσε τις δυνάμεις του Άξονα. Ο Ρόμμελ εισηγήθηκε στον Χίτλερ την εκκένωση της Αφρικής για να διασώσει τα εμπειροπόλεμα στρατεύματα που είχαν απομείνει, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε.

Στις 9 Μαρτίου 1943 ο Ρόμμελ αποχώρησε από την Αφρική και την θέση του πήρε ο Στρατηγός φον Αρνιμ.
Στις 20 Μαρτίου, η 8η Στρατιά διέσπασε τη γραμμή Μάρεθ και κινήθηκε βόρεια, ενώ οι Αγγλοαμερικανοί επιτέθηκαν από τα δυτικά.
Η 1η Συμμαχική Στρατιά και η 8η Βρετανική Στρατιά επανέλαβαν τις συντονισμένες επιθέσεις τους και στις 13 Μαΐου οι Γερμανοιταλικές δυνάμεις στην Τυνησία κατέθεσαν τα όπλα. Πάνω από διακόσιες πενήντα χιλιάδες άνδρες οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα αιχμαλώτων στον Καναδά και στις ΗΠΑ.

Οι συνολικές απώλειες ξεπέρασαν αυτές των Γερμανών στο Στάλινγκραντ.
Ο Τσώρτσιλ στη διάσκεψη της Καζαμπλάνκα αναφέρθηκε στην νίκη των Συμμάχων στη Βόρεια Αφρική, "όχι ως την αρχή του τέλους, αλλά ως το τέλος της αρχής" της τελικής νίκης.

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd