Φτιάχνοντας το Mitsubishi J2M3 Raiden στην 1/72 από το κιτ της Hasegawa
Mitsubishi J2M3 Raiden 1/72 Hasegawa
Κοντογιάννη Γεώργιο
Το αεροπλάνο
Στις αρχές τις δεκαετίας του 1930 τα πολυκινητήρια βομβαρδιστικά διέθεταν επιδόσεις και επιχειρησιακή οροφή πολύ καλύτερες από αυτές των σύγχρονών τους καταδιωκτικών. Οι χώρες που διέθεταν την οικονομική ισχύ να παρατάξουν στόλους στρατηγικών βομβαρδιστικών οραματίσθηκαν την ιδέα μιας αρμάδας βομβαρδιστικών η οποία με τις επιδόσεις της και τον αμυντικό οπλισμό της θα μπορούσε να εισχωρήσει στον εχθρικό εναέριο χώρο σε μεγάλο ύψος και να πλήξη στόχους κατά βούληση, πρακτικά αλώβητη από την εχθρική άμυνα. Η ιδέα αυτή θα αποδεικνυόταν τραγικά λανθασμένη στους ευρωπαϊκούς ουρανούς το 1943. Οι υπόλοιπες χώρες προσπάθησαν να βρουν τρόπους άμυνας απέναντι σε μία τέτοια απειλή και η προσπάθεια αυτή γέννησε το J2M. Το όλο σκεπτικό ήταν πως αφού τα εχθρικά βομβαρδιστικά θα μπορούσαν να εμφανιστούν σε μεγάλο ύψος και με υψηλή ταχύτητα πάνω από τον στόχο, θα έπρεπε να υπάρχει ένα αεροσκάφος με επιδόσεις τέτοιες που να του επέτρεπαν να πραγματοποιήσει αναχαίτιση. Επίσης επειδή ο χρόνος προειδοποίησης θα ήταν μικρός, μην ξεχνάμε ότι το ραντάρ δεν υπήρχε, το αεροσκάφος αυτό θα έπρεπε να έχει υψηλό βαθμό ανόδου τέτοιο που να του επιτρέπει στο διαθέσιμο χρόνο να φτάσει στο ύψος των εισβολέων. Τέλος θα έπρεπε να διαθέτει ισχυρό οπλισμό αλλά και προστασία ώστε να μπορεί να πλήξει το στόχο του αλλά και να επιζήσει των αμυντικών πυρών.
Με βάση τα παραπάνω ανατέθηκε το 1938 στη Mitsubishi η κατασκευή ενός ανάλογου αεροσκάφους. Την όλη προσπάθεια ανέλαβε ο Jiro Horikoshi ο οποίος τότε ήταν υπεύθυνος και για την κατασκευή του A6M Zero. Οι προδιαγραφές ξέφευγαν από οτιδήποτε είχε μέχρι τότε αντιμετωπίσει η ιαπωνική βιομηχανία και σε συνδυασμό με την πίεση που δεχόταν η Mitsubishi για την παράδοση και παραγωγή του A6M οδήγησαν σε μεγάλες καθυστερήσεις στην ανάπτυξη του νέου αεροσκάφους. Ετσι μόλις τον Σεπτέμβριο του 1939 τέλειωσαν κάποια προσχέδια και η πραγματική προσπάθεια ξεκίνησε το Μάρτιο του 1940 με τον Horikoshi να πλαισιώνεται από τους Yoshitoshi Sone και Kiro Takahashi. Για να επιτευχθούν οι επιδόσεις των προδιαγραφών εγινε χρήση αρκετών καινοτομιών. Η αεροτομή της πτέρυγας ήταν συμμετρική και για να μειωθεί η οπισθέλκουσα το cockpit τοποθετήθηκε πολύ χαμηλά και ο αστεροειδής κινητήρας κλείστηκε μέσα σε ένα στενό cowling από όπου οδηγούσε την έλικα μέσω ενός άξονα μεγάλου μήκους. Για να επιτύχουν επαρκή ψύξη οι σχεδιαστές εφοδίασαν τον άξονα της έλικας με έναν ανεμιστήρα ο οποίος τροφοδοτούσε τον κινητήρα με αέρα ψύχοντας τον, μία λύση που υιοθέτησε και ο Kurt Tank στο Fw-190 . O κινητήρας ήταν ο Mitsubishi Kasei MK4C 13, 14κύλιδρος 2 σειρών, αερόψυκτος, ισχύος 1460hp και οπλισμός ήταν 2 πολυβόλα 7.7mm Type 97 στο ρύγχος και 2 πυροβόλα 20mm Type 99 Model II στις πτέρυγες.
Όλες οι παραπάνω καινοτομίες, μαζί με την πρωτοποριακή απαίτηση για θωράκιση των ζωτικών μερών του αεροσκάφους, οδήγησαν σε συνεχείς καθυστερήσεις. Ο ίδιος ο Horikoshi ήταν υπερφορτωμένος με αρμοδιότητες και το 1941 αποφάσισε να αποσυρθεί από το σχεδιαστικό κομμάτι του project, κρατώντας μόνο τον γενικό έλεγχο και ονομάζοντας υπεύθυνο τον Takahashi. Θα απαιτηθούν 2 χρόνια προσπάθειας για να είναι έτοιμο τον Μάρτιο του 1942 το πρώτο πρωτότυπο και να εκτελέσει την πρώτη του πτήση από το αεροδρόμιο Kagamigaura στις 20/05/1942. Αμέσως φάνηκαν και τα πρώτα προβλήματα, μερικά εκ των οποίων ήταν πολύ σοβαρά. Η ορατότητα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και σαν να μην έφτανε αυτό η χαμηλή καλύπτρα προκαλούσε έντονες οπτικές παραμορφώσεις και έδινε εσφαλμένη εντύπωση όσον αφορά τις αποστάσεις. Ο μακρύς άξονας του κινητήρα προκαλούσε κραδασμούς και γενικά όλο το συγκρότημα πρόωσης είχε την τάση να προκαλεί κραδασμούς μερικές φορές τόσο ισχυρούς που κάποια αεροσκάφη διαλύθηκαν στον αέρα. Εκατοντάδες αλλαγές απαιτήθηκαν επιβαρύνοντας την εξέλιξη με περισσότερες ακόμα καθυστερήσεις. Όλες οι αλλαγές αυτές ενσωματώθηκαν στο J2M2, το πρώτο αεροσκάφος παραγωγής. Οι κυριότερες οπτικές διαφορές είναι το σημαντικά ανασηκωμένο cockpit, η διαφορετική και με πιο επίπεδες επιφάνειες καλύπτρα και η τετράφυλλη αντί της τρίφυλλης έλικας των πρωτοτύπων. Εσωτερικά ο κινητήρας άλλαξε στον Mitsubishi MK4R-A Kasei 23a των 1800hp και σύστημα έγχυσης νερού/μεθανόλης και για να μειωθούν οι κραδασμοί όλος ο κινητήρας στηρίχθηκε πάνω σε αμορτισέρ. Το μήκος του άξονα της έλικας μειώθηκε και επανασχεδιάστηκαν οι δεξαμενές καυσίμου. Κατά τη διάρκεια της παραγωγής του J2M2 νέες αλλαγές προστέθηκαν με σημαντικότερη την πρόσθεση ενός ψυγείου λαδιού στο κάτω μέρος του cowling ενώ εσωτερικά το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα δέχθηκε βελτιώσεις ώστε να μειωθεί η εκπομπή μαύρου καπνού όταν λειτουργούσε με μέγιστη ισχύ. Συνολικά κατασκευάστηκαν 131 J2Μ2.
και των αεροσκαφών παραγωγής κάτω
Και σαν να μην έφταναν τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα ένα ακόμα ήρθε να προστεθεί στον ατελείωτο κατάλογο. Το J2M είχε πρακτικά τον ίδιο οπλισμό με το A6M, αλλά είχε πλέον αποδειχθεί στην πράξη ότι ο οπλισμός του A6M ήταν εντελώς ανεπαρκής στο να αντιμετωπίσει τα σύγχρονα αμερικανικά βομβαρδιστικά B-17 και B-24. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα η Mitsubishi αφαίρεσε τα δύο πολυβόλα των 7.7mm από το ρύγχος και πρόσθεσε 2 πυροβόλα των 20mm Type 99 Model I. Η απόφαση αυτή είναι δύσκολο να εξηγηθεί λογικά γιατί όπλιζε το αεροσκάφος με 2 είδη οπλισμού, πρακτικά ίδιου διαμετρήματος αλλά διαφορετικού σε όλα τα άλλα ακόμα και στον τύπο των πυρομαχικών! Επίσης οι βαλλιστικές διαφορές ανάμεσα στο Type I και Type II έκαναν την σκόπευση πολύ δύσκολη και απαιτούσαν μεγάλη εμπειρία από την πλευρά του πιλότου ώστε να δεχθεί ο στόχος το σύνολο των πυρών και των 4 όπλων του J2M. Παρά το προφανές του προβλήματος η σειρά J2M3, που ήταν και η πολυπληθέστερη με 307 αεροσκάφη, βγήκε από τις γραμμές παραγωγής με ακριβώς αυτό τον οπλισμό. Κατά τη διάρκεια της παραγωγής του J2M πολλές άλλες διαμορφώσεις οπλισμού δοκιμάστηκαν, όπως 2 πυροβόλα των 30mm Typo 5 και όμοια πυροβόλα τοποθετημένα πίσω από το cockpit έτσι ώστε να βάλλουν υπό γωνία προς τα πάνω, ένα σύστημα ανάλογο του γερμανικού Schrage Musik . Επίσης δοκιμάστηκαν εκδόσεις με υπερσυμπιεστή τροφοδοσίας με σκοπό να βελτιώσουν τις επιδόσεις στα μεγάλα ύψη χωρίς όμως επιτυχία.
Οι Αμερικανοί έμαθαν την ύπαρξη του J2M κατά την επίθεσή τους στα Mariana Islands τον Ιούνιο του 1944 όπου και έπεσαν στα χέρια τους μερικά αεροσκάφη και πλήρη εγχειρίδια συννήρησης. Στη συνέχεια τα αντιμετώπισαν πάνω από τις Φιλιππίνες και τέλος πάνω από την Ιαπωνία. Το J2M αν και ήταν γρήγορο και με άριστο βαθμό ανόδου υπέφερε από εξαιρετικά περιορισμένη ευελιξία, τέτοια που κάθετη βύθιση ακόμα και από τα 2500m να καθιστά προβληματική την έξοδο και επαναφορά σε ευθεία πτήση. Απέναντι στα Β-29 σημείωσαν κάποιες επιτυχίες αλλά όταν αντιμετώπισαν τα P-47N και P-51D δεν είχαν καμία ελπίδα. Ο Saburo Sakai στο βιβλίο του Samurai αναφέρει πως το J2M είχε πολύ καλή ταχύτητα και ρυθμό ανόδου αλλά πετούσε σα φορτηγό και απαιτούσε σημαντική εμπειρία από τον πιλότο του για να ελεγχθεί. Και οι έμπειροι πιλότοι στην Ιαπωνία του 1944 ήταν ελάχιστοι. Ετσι το J2M λόγω της σωρείας των προβλημάτων που αντιμετώπισε ποτέ δε μπόρεσε να παραχθεί σε ικανούς αριθμούς και δεν επηρέασε καθόλου την πορεία των εξελίξεων ακόμα και στο ρόλο για τον οποίο σχεδιάστηκε.
Το μοντέλο
Το κιτ της Hasegawa το αγόρασα στο 2003 απορημένος από το αεροσκάφος την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα. Γυρνώντας σπίτι διάβασα όσες πληροφορίες βρήκα και το ξεκίνησα το ίδιο βράδυ. Σε γενικές γραμμές το μοντέλο ήταν πολύ καλό με εξαιρετική εφαρμογή και εξωτερική λεπτομέρεια αλλά, όπως πάντα για Hasegawa 1/72, ένα πρακτικά άδειο cockpit. Η τοποθέτηση του πίνακα οργάνων και του θωρακισμένου υαλοπίνακα πάνω από αυτόν ήταν προβληματική και απαίτησε πολλές δοκιμές πριν την τελική προσπάθεια. Πέραν τούτου η συναρμολόγηση ήταν απροβλημάτιστη και πουθενά δε μπήκε στόκος.
Στο βάψιμο το κάτω μέρος περάστηκε Tamiya XF-12 IJN gray και το πάνω μέρος Tamiya XF-11 IJN green. Στα κάτω μέρος έγινε preshading με μαύρο ενώ στο πάνω μέρος έγινε ελαφρύ postshading με το βασικό χρώμα αραιωμένο με 20% λευκό. Η αντιθαμβωτική επιφάνεια μασκαρίστηκε και περάστηκε με μαύρο Humbrol 33. Οι φθορές έγιναν με ψιλό πινελάκι και Humbrol 46, οι εξαγωγές βάφτηκαν με Humbrol 113 rust, η αντένα για τον ασύρματο και η έλικα με Humbrol 160, τα εσωτερικά μέρη με Gunze H63 metallic blue-green και οι κίτρινες λωρίδες αναγνώρισης στο χείλη προσβολής των πτερύγων περάστηκαν πρώτα με άσπρο Humbrol 34 και μετά με κίτρινο Humbrol 154.
Τα σήματα ήταν πολύ καλής ποιότητας αν και το άσπρο τους, όπως πάντα για Hasegawa, είναι μάλλον ζαχαρί. Μικρό το κακό γιατί πάνω στο σκούρο πράσινο υπόστρωμα η διαφορά δε διακρίνεται. Δύο χέρια ματ βερνίκι της Humbrol και το μικρό J2M ήταν έτοιμο.
