Αποστολέας Θέμα: 25 Μαΐου 1973 Η ιστορία του αντιτορπιλικού «Βέλος»  (Αναγνώστηκε 1338 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος prokroust

  • H.A.F. Fanatic
  • Scale 1/35
  • *
  • Μηνύματα: 3229
  • Age: 51
  • Τόπος: Σαλαμίνα
  • Η Ελλάς πρέπει να Ζήσει κ θα Ζήσει..(Χ. Τρικούπης)
    • ModelMania
Φοβερή Ιστορία


http://www.newsblog.gr/?p=11821

Η ιστορία του αντιτορπιλικού «Βέλος» από πρώτο χέρι ή για την ακρίβεια από το χέρι  [1]ενός εκ των πρωταγωνιστών των γεγονότων του 1973 που συγκλόνισαν τον κόσμο και έκαναν άπαντες να στρέψουν το βλέμμα τους στην Ελλάδα και στο δικτατορικό καθεστώς. Γράφει ο Κωστής Γκορτζής, Αντιναύαρχος Π.Ν. ε.α. στο blog [2] του:

20 Μαΐου 1973.
Το αντιτορπιλικό ΒΕΛΟΣ, ήταν ήδη εκτός Ναυστάθμου και από τις 19, ελλιμενισμένο στο ΗΡΑΚΛΕΙΟ Κρήτης μαζί με άλλα τέσσερα πλοία της Νατοϊκής Ναυτικής Δύναμης (Αμερικανικό, Ιταλικό, Αγγλικό και Τουρκικό) στην οποία συμμετείχε. Η Δύναμη θα απέπλεε το πρωί της 22ας Μαΐου για τη Γένοβα.
Στο πλοίο, εκτός από τον Κυβερνήτη, Αντιπλοίαρχο Νίκο Παπά, μυημένοι γνώστες ότι όπου να 'ναι εκδηλώνεται αντιχουντικό κίνημα ήταν μόλις τρείς ακόμη αξιωματικοί από τους μεγαλύτερους στο πλοίο. Όλοι οι άλλοι αγνοούσαν το οτιδήποτε.
Για τους μη μυημένους στο κίνημα αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και ναύτες, η προετοιμασία απόπλου από τον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας τις προηγούμενες ημέρες είχε αρκετά «περίεργα» που δεν μπορούσαν να τα αποδώσουν σε κάποια λογική βάση εκτός από την επιθυμία του Κυβερνήτη να είναι το πλοίο πάντοτε σε ετοιμότητα και να μη λείπει τίποτα από το πλήρωμα.
Η προετοιμασία, λοιπόν, απόπλου, τις μέρες πριν από τις 17 Μαΐου, περιλάμβανε την παραλαβή δυσανάλογα μεγάλων, σε σχέση με τη διάρκεια της άσκησης, ποσοτήτων αλευριού (για παρασκευή ψωμιού -αρτοποίηση- στο πλοίο), ποσοτήτων τροφίμων, λαχανικών, τσιγάρων αλλά και επιπλέον πυρομαχικών του ελαφρότερου οπλισμού, λες και δεν θα «έπιανε» κάθε τρεις μέρες και ένα λιμάνι της Μεσογείου όπου θα παρέμενε, μαζί με τα άλλα «συμμαχικά» πλοία, για ένα τετραήμερο στο καθένα.
Η 20η Μαΐου πέρασε με συνηθισμένες ασκήσεις εν όρμω και ανταλλαγή επισκέψεων στα πλοία. Δεύτερη φορά πάτησα σε τουρκικό πολεμικό πλοίο. Είμασταν μαζί και τον Οκτώβριο που μας πέρασε. Φιλόξενοι μέχρις παρεξήγησης. Και ακούν συνεχώς ελληνική μουσική. Και ξέρουν και τα λόγια! Οι αξιωματικοί τους μια φάτσα με μας. Όλοι από την Πόλη ή τα παράλια της Μ.Ασίας. Και όλοι μ' ένα παππού ή γιαγιά ή προπάππου Έλληνα!
Οι ναύτες τους από τη βαθιά Ανατολία, άλλη ράτσα. Κι ο κυβερνήτης τους ίδιος ο Παππάς στο πιο ...εξευγενισμένο.
Πλοίαρχος Μπιρέν. Διοικητής της Νατοϊκής Μοίρας ως ο πιο παλιός από τους κυβερνήτες..

ΗΡΑΚΛΕΙΟ 21 Μαΐου 1973. Κωνσταντίνου και Ελένης.
Παραμονή της προγραμματισμένης εκδήλωσης του κινήματος του Ναυτικού.
Ο Κυβερνήτης φαίνεται, στους μη μυημένους, να έχει μια αδικαιολόγητη υπερκινητικότητα, γυρνάει όλο το πλοίο, όποιον βλέπει μπροστά του τον ρωτάει «είσαι, ρε, έτοιμος για όλα;»
Το απόγευμα, δέχεται στο πλοίο ένα περίεργο τηλεφώνημα με το συνθηματικό μήνυμα «το παιδί αρρώστησε». Όσοι ήταν κοντά του απόρησαν με την έντονη αντίδρασή του και τον θυμό του που δεν δικαιολογείται από μία τέτοια είδηση.
Δεν ήξεραν ότι το μήνυμα σήμαινε ότι το κίνημα προδόθηκε. Δεν ήξεραν καν για το κίνημα.

Γύρω στις 11 το βράδυ, το Λιμεναρχείο τον ειδοποιεί ότι θέλει να του μιλήσει στο τηλέφωνο του Λιμενάρχη, ο αξιωματικός του Ναυτικού Υπασπιστής του Παπαδόπουλου.
Πριν επικοινωνήσει μ' αυτόν, φεύγει φουριόζος από το πλοίο και πηγαίνει σ' ένα περίπτερο. Επικοινωνεί με άλλους κυβερνήτες και τους συμβουλεύει να επιταχύνουν, υπάρχει χρόνος ώσπου να αντιδράσει η χούντα, να πάρουν τα καράβια αμέσως και να φύγουν.
Ο υπασπιστής του Παπαδόπουλου τον παραπέμπει να μιλήσει με τον Διευθυντή Πληροφοριών (Α2) του ΓΕΝ ο οποίος «εμπιστευτικά» του λέει ότι υπάρχουν πληροφορίες για ύποπτες κινήσεις που συμπίπτουν με την ονομαστική γιορτή του Βασιλιά και του Καραμανλή και ...να προσέχει.
Το παρακλάδι της χούντας στο Ναυτικό, μετρημένοι στα δάκτυλα των χεριών, τόσο αξιόπιστες πηγές μπορούσε να έχει στους υπόλοιπους αξιωματικούς ώστε να θεωρεί ότι και ο Παππάς, ο πυρήνας του αντιχουντικού κινήματος, ανήκε στην κατηγορία των πιστών προς τη χούντα...

Πρωί της 22ας Μαΐου 1973.
Η Νατοϊκή Μοίρα αποπλέει από την Κρήτη για ασκήσεις στην Κεντρική Μεσόγειο με προορισμό τη ΓΕΝΟΒΑ.
Οι ελληνικές συχνότητες στον ασύρματο σιγούν. Το σύνθημα για το κίνημα δεν έρχεται.
Ο εκνευρισμός του κυβερνήτη φανερός και ανεξήγητος για τους μη γνωρίζοντες τι συμβαίνει.
Σιγά-σιγά, το μυστικό και τα νέα περνούν από τον κυβερνήτη σε όλους τους μεγάλους αξιωματικούς που πηγαινοέρχονται στο δωμάτιό του.
Οι μικρότεροι και το πλήρωμα παρακολουθούν αμήχανα την περίεργη ένταση.
Η θάλασσα φουρτουνιασμένη και η ομίχλη πυκνή όταν έρχεται η ώρα να ανεφοδιαστούν τα πλοία με πετρέλαιο ενώ πλέουν Νότια της Πελοποννήσου.
Ο Διοικητής της Μοίρας κρίνει τις συνθήκες απαγορευτικές αλλά ο Παππάς τον πείθει με χίλιες δικαιολογίες και προσεγγίζει το Αγγλικό πετρελαιοφόρο.
Ο ανεφοδιασμός εν πλω αρχίζει με τον κυβερνήτη του Αγγλικού τεράστιου πετρελαιοφόρου να διαμαρτύρεται για τις επικίνδυνες καιρικές συνθήκες και τον Παππά να τον καθησυχάζει «ακόμα λίγο» και «ακόμα λίγο», μέχρι που οι δεξαμενές ξεχείλισαν και το πετρέλαιο άρχισε να χύνεται στη θάλασσα.
Ο Παππάς ήθελε να είναι «γεμάτος» για κάθε ενδεχόμενο.
Το σήμα, όμως, για την έναρξη του κινήματος δεν έρχεται. Και η μέρα περνάει με τις βάρδιες και ελάχιστες ασκήσεις μεταξύ των πλοίων, ό,τι επέτρεπε ο παλιόκαιρος.

23 Μαΐου 1973
Το πρωί της 23ης ο Παππάς μπαίνει στον ασύρματο και καλεί όποιον τον ακούει να του απαντήσει. Απαντά ο κυβερνήτης του Α/Τ ΠΑΝΘΗΡ που βρισκόταν εν πλω ανοικτά της Κρήτης. Με συνθηματικά ενημερώνει τον Παππά ότι το κίνημα αναβλήθηκε.
Στην πρόταση που Παππά να παραμείνει εν πλω και να συνενωθεί με το ΒΕΛΟΣ αυτός του είπε ότι γυρίζει στον Ναύσταθμο...

Η ένταση στο πλοίο είναι πια πολύ δυνατή με τους μυημένους να διαβουλεύονται μεταξύ τους και τους μη μυημένους να προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται.

Κατάλαβαν, έτσι κι αλλιώς, την ώρα του δείπνου στις 8 το βράδυ της 23ης Μαΐου όταν η τηλεόραση στο καρέ Αξιωματικών, συντονισμένη σε Ιταλικό κανάλι, (η Δύναμη ήταν ανατολικά της Σαρδηνίας) μετέδωσε την είδηση ότι αντιχουντικό κίνημα του Ναυτικού στην Ελλάδα από απόστρατους αξιωματικούς κατεστάλη και πέντε απόστρατοι αξιωματικού είχαν συλληφθεί.

Κίνημα; Ποιό Κίνημα; Τι Κίνημα;
Αναστατωμένοι, μεταφέρουν το νέο στον κυβερνήτη που μπαίνει στο καρέ αξιωματικών και λέει «αύριο θα ξαναφουλάρουμε πετρέλαιο και θα δούμε τι γίνεται».
Επιστρέφει στο δωμάτιό του.

Κοιτάζομαι με τους άλλους συμμαθητές μου. Αμήχανοι. Ανήσυχοι. 'Λες γι αυτό να μου 'πε το πρωί ο καπετάνιος αν είμαι έτοιμος για όλα; Και τώρα γιατί εμάς δεν μας κοίταξε στα μάτια;'
Η μέρα -και η νύχτα- περνάει με μια 'συγκρατημένη' αναστάτωση στο πλοίο με συζητήσεις, μειδιάματα με νόημα αλλά και ένα αίσθημα αβεβαιότητας για το τι θα μας ξημέρωνε.
Πολλοί εκφράζονταν ανοιχτά κατά των συνταγματαρχών, λίγοι είχαν λουφάξει μάλλον φοβισμένοι (είχαν τους λόγους τους), και οι νεαροί Σημαιοφόροι να απορούμε απομονωμένοι από τις συζητήσεις και τα τεκταινόμενα στα δωμάτια των άλλων, μεγαλύτερων, αξιωματικών.

24 Μαΐου 1973
Από το πρωί ασκήσεις και το μεσημέρι ξανά πετρέλευση εν πλω. Ξαναφουλάρουμε. Το καράβι πλέει και ασκείται ουσιαστικά με τους νεαρούς Σημαιοφόρους ενώ οι υπόλοιποι αξιωματικοί διαβουλεύονται με τον Κυβερνήτη και παρακολουθούν από τον ασύρματο το BBC, τη Ντώιτσε Βέλλε και το Παρίσι. Το πλήρωμα έχει, περιέργως, εύθυμη διάθεση. Οι συμμαθητές μου κι εγώ, όχι. Αισθανόμαστε αποκλεισμένοι από τους υπόλοιπους κι είναι η πρώτη φορά γιατί από τότε που ήρθαμε στο πλοίο συνεχώς αισθανόμασταν δεμένοι με μόνιμους και στρατευμένους σαν μια γροθιά.
Την ώρα που τέλειωνε το δείπνο, ένας αξιωματικός ενημερώνει τον Κυβερνήτη ότι το BBC είπε για συλλήψεις τριών απόστρατων Ναυάρχων που, κατά τον εκπρόσωπο της χούντας Σταματόπουλο, σχεδίαζαν ένα κίνημα 'οπερέτα' που απέτυχε πριν καν οργανωθεί.
'Τι κάνουμε τώρα, κύριε Κυβερνήτα;' ρώτησε ένας Αξιωματικός.
'Οπερέτα, ε;' είπε ο Παππάς.
'Έχουμε το πλοίο σε άριστη και ετοιμοπόλεμη κατάσταση. Έχουμε εφόδια για τρεις μήνες. Η πρώτη μου σκέψη είναι να γυρίσουμε στο Αιγαίο και να τους αλλάξουμε την πίστη. Κανένα πλοίο δεν θα έρθει εναντίον μας και κανένα αεροπλάνο. Είμαι σίγουρος γι αυτό. Αλλά υπάρχουν και μερικοί θερμοκέφαλοι πραιτοριανοί που θα μας αναγκάσουν να χρησιμοποιήσουμε τα κανόνια μας. Δεν είναι λύση, όμως η εμφύλια αιματοχυσία. Γι αυτό πήρα την απόφαση να αναλάβω προσωπικά την ευθύνη και, αφού παραδώσω τα καθήκοντά μου στον Ύπαρχο, θα αποβιβαστώ κάπου στην Ιταλία, θα ζητήσω πολιτικό άσυλο και θα πάω στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Κοπεγχάγη να ξεσκεπάσω τη χούντα. Αλλιώς όλοι θα μείνουν με την πληροφόρηση για κίνημα οπερέτα που προπαγανδίζουν οι συνταγματάρχες.'
Πετάει με δύναμη την πετσέτα στο τραπέζι και φεύγει φουριόζος για το δωμάτιό του.

Με το που βγαίνει από το καρέ, η συζήτηση φουντώνει. Με όλους να λένε το μακρύ τους και το κοντό τους. 'Πού θα πάει μόνος του;', 'να πάμε κι εμείς', 'φτιάξτε ένα κατάλογο' λέει ένας, 'όχι ρε, να πάμε πίσω και να τη στήσουμε έξω από το Λαγονήσι (η βίλα του δικτάτορα ήταν εκεί) να του στείλουμε ένα μπουκέτο' λέει κάποιος άλλος.
Κοιτώ τους συμμαθητές μου στα μάτια. Καταλαβαινόμαστε.
Σηκώνομαι και μπαίνω στο δωμάτιο του Κυβερνήτη. Είναι σκυμένος και γράφει σ' ένα Σηματόχαρτο.
'Ναι', γρυλίζει.
«Κύριε Κυβερνήτα, δεν ξέρω γιατί εμάς δεν μας ενημερώνει κανείς -ίσως γιατί μας θεωρείτε παιδιά της «επανάστασης» (σημ:φοιτήσαμε στη ΣΝΔ 68-72) και δεν μας εμπιστεύεστε εμάς τους Σημαιοφόρους- θέλω όμως να σας αναφέρω ότι εμείς είμαστε αξιωματικοί σας και θα σας ακολουθήσουμε πιστά σε ό,τι και αν αποφασίσετε.»
Σηκώνει το κεφάλι και με κοιτά διαπεραστικά.
Σηκώνεται αμίλητος και μ' αγκαλιάζει. 'Είσαι έτοιμος Σημαιοφόρε;' ρωτάει μ' ένα χαμόγελο που δεν μπορεί να κρύψει το δάκρυ που κυλάει στα μάτια του.
'Μάλιστα κύριε Κυβερνήτα' απαντώ και βγαίνω από το δωμάτιο μη μπορώντας να πιστέψω ότι το 'θεριό' δάκρυσε.
Ούτε οι άλλοι το πίστευαν όταν, σε λίγο, τους το είπα...

25 Μαΐου 1973.
Το ΒΕΛΟΣ συνεχίζει κανονικά τις ασκήσεις με τα άλλα Νατοϊκά πλοία. Το 'κανονικά' είναι σχετικό, βέβαια, γιατί η ατμόσφαιρα στο πλοίο έχει μια περίεργη ένταση με κάποιες 'προσειμικές δονήσεις' ...γιορταστικής υφής από τα καρέ των μονίμων και τα υποφράγματα των στρατευμένων.
Ο Κυβερνήτης με τους μεγαλύτερους αξιωματικούς δεν συζητάει τώρα στο δωμάτιό του αλλά στο καρέ αξιωματικών, ανοιχτά και με τη συμμετοχή των 'μικρών'.
Η συζήτηση αφορά στο περιεχόμενο της ανακοίνωσης από το ΒΕΛΟΣ με την οποία θα διέκοπτε τις ασκήσεις και θα εγκατέλειπε τη Νατοϊκή Δύναμη.
Επικράτησε η άποψη να επικαλεστούμε τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες (ή με πρόφαση τις οποίες -διαλέξτε και παίρνετε-) ιδρύθηκε και 'λειτουργούσε' το ΝΑΤΟ ώστε και πιο κατανοήσιμη να είναι η κίνηση και να μη δοθούν επιχειρήματα που θα ενίσχυαν τις θέσεις της Χούντας.
Το Σήμα προς το ΝΑΤΟ ολοκληρώθηκε προς το μεσημέρι.
Σε λίγο από τα μεγάφωνα διατάσσεται Γενική Κλήση του πληρώματος στην πρύμνη του πλοίου.
Μόνο οι απαραίτητες βάρδιες στη Γέφυρα και στη Μηχανή λείπουν. Όλοι οι άλλοι τρέχουν εκεί.
Ο κυβερνήτης βγάζει τα γυαλιά του και περπατάει μπροστά από τις σειρές του παρατεταγμένου πληρώματος κοιτάζοντας όλους έναν έναν στα μάτια.
Πολύ λίγοι χαμηλώνουν το βλέμμα τους...
Στέκεται στο κέντρο της πρύμης και λέει:
«Αυτή τη στιγμή, αξιωματικοί του Ναυτικού εν ενεργεία, συνάδελφοί μας, βασανίζονται στις Φυλακές της ΕΣΑ από την κλίκα ιδιοτελών αξιωματικών του στρατού οι οποίοι, από εξαετίας και πλέον, χρησιμοποιώντας τα όπλα που τους εμπιστεύτηκε ο ελληνικός λαός, κατέλαβαν την εξουσία για να εξυπηρετήσουν σκοπούς ξένων δυνάμεων.
Η χούντα προσπαθεί να κρύψει το μέγεθος της εξέγερσης του Ναυτικού.
Γι αυτό, αυτή τη στιγμή, φεύγουμε από τη Μοίρα του ΝΑΤΟ και κατευθυνόμαστε προς την Ιταλία όπου θα αποβιβαστώ και θα ζητήσω πολιτικό άσυλο για να αποκαλύψω την αλήθεια.
Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Δημοκρατία! Ζήτω το Πολεμικό Ναυτικό!»
«Ζήτω» κραύγασε ξεσπώντας και το πλήρωμα.
«Ζήτω και ο Βασιλεύς!» ακούγεται καθυστερημένα από κάποιον αξιωματικό.
«Ναι, ζήτω κι αυτός» του απαντάει ο Παππάς.

Οι ζητωκραυγές με τις οποίες το πλήρωμα απάντησε στα λόγια του κυβερνήτη επιβεβαίωσαν αυτό που σε λίγο θα μάθαινε και η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του ΝΑΤΟ.
Ότι σύσσωμο το Ναυτικό ήταν στο πλευρό του κινήματος και εναντίον του καθεστώτος. Γιατί, δεν ήταν διαφορετικό το πλήρωμα του ΒΕΛΟΣ από τα άλλα πληρώματα ούτε είχε επιλεγεί διαφορετικά.
Ούτε καν είχε μυηθεί η πλειονότητα των ανδρών του στο Κίνημα.
Οι οποίοι, βουρκωμένοι οι πιο πολλοί, βάλθηκαν να πετάξουν στη Μεσόγειο οτιδήποτε είχε σχέση με τη χούντα. Από τα σπίρτα με το πουλί της 'Επανάστασης' μέχρι τους θυρεούς με τον 'φλεγόμενο φαντάρο'.
Οι ελάχιστοι που, εκόντες άκοντες, δεν συμφωνούσαν, σιώπησαν και αποτραβήχτηκαν στις γωνιές τους.

Και ενώ το αυθόρμητο πανηγύρι καλά κρατούσε στο πλοίο, αυτό έστρεφε προς τις ακτές της Ιταλίας και από τον ασύρματό του εξέπεμπε στην Αγγλική γλώσσα το ακόλουθο σήμα προς τον Αρχηγό των Δυνάμεων του ΝΑΤΟ στρατηγό Γουντπάστερ αλλά και τον Διοικητή της Μοίρας των συμπλεόντων.
«Πιστοί στη συμμαχία και στον πολιτισμό των λαών μας ο οποίος έχει θεμελιωθεί επί των αρχών της δημοκρατίας, της προσωπικής ελευθερίας και του σεβασμού των νόμων, όλοι οι αξιωματικοί και το πλήρωμα (270 άνδρες) του πλοίου μου, ως ένας άνθρωπος, πιστοί στον δοθέντα όρκο μας, με βαθύτατη λύπη εγκαταλείπουμε τις ασκήσεις.
Με τη συμπάθεια ολόκληρου του ελεύθερου κόσμου θα παλέψουμε για να επαναφέρουμε τη δημοκρατία στην Ελλάδα.
Σας είναι πολύ καλά γνωστό και ιδιαιτέρως στους Αμερικανούς ότι μια συμμορία ιδιοτελών αξιωματικών επέβαλε στην Ελλάδα μια απάνθρωπη και μισητή δικτατορία προ έξη και πλέον ετών.
Η σημερινή εξέγερση του Ναυτικού ανταποκρίνεται στα αισθήματα ολόκληρου του λαού της χώρας μας.
Ο ελεύθερος κόσμος και ιδιαιτέρως οι χώρες του ΝΑΤΟ πρέπει να αντιληφθούν και τη διάβρωση και την καταστροφή των ενόπλων δυνάμεων στις οποίες στηρίζεται η άμυνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας.
Σκεφθείτε ότι αυτή τη στιγμή αξιωματικοί εν ενεργεία έχουν συλληφθεί και υφίστανται ταπεινώσεις και κακομεταχείριση από άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες στης Στρατιωτικής Αστυνομίας.»

Ο Διοικητής της Μοίρας των πλοίων, ο Τούρκος Πλοίαρχος Μπιρέν, μόλις πήρε το σήμα απάντησε: «GOOD LUCK Nick» (Καλή Τύχη Νίκο!)
Ο Διοικητής του ΝΑΤΟ, βεβαίως, δεν απάντησε ποτέ.

Ενώ το ΒΕΛΟΣ έπλεε προς το Φιουμιτσίνο, ένα πολύ μικρό λιμάνι -επίνειο- της Ρώμης, το πλήρωμα έδειχνε με κάθε τρόπο τη συμπαράστασή του στον Κυβερνήτη με αποκορύφωμα την επιθυμία ΟΛΩΝ να τον ακολουθήσουν στο άγνωστο και να αγωνιστούν μαζί του. Δημιουργήθηκε ένας πρόχειρος κατάλογος στον οποίο καταγράφονταν τα ονόματα αυτών που ήθελαν να τον ακολουθήσουν.
Το πλοίο είχε 270 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και ναύτες. Κάποια στιγμή, ο Αντιπλοίαρχος Παππάς μπαίνει στο καρέ αξιωματικών, αντιλαμβάνεται τον κατάλογο και, βλέποντας ότι ο αριθμός είχε φτάσει ήδη τους 180, εμφανώς συγκινημένος, καλεί όλους τους αξιωματικούς και τους λέει:
«Με τιμά η αφοσίωση του πληρώματος, αλλά, είναι αδύνατο να δεχτώ κάτι τέτοιο για πολλούς λόγους.
Πρώτον, δεν θα εγκαταλείψουμε το πλοίο στους Ιταλούς. Αυτό θα ήταν προδοσία του λαού που μας το εμπιστεύτηκε.
Θα παραδώσω κανονικά τα καθήκοντα του κυβερνήτη, όπως προβλέπουν οι Διατάξεις του Ναυτικού στον Ύπαρχο του πλοίου που είναι και έμπειρος και ικανός καθ' όλα να τα ασκήσει, και θα γυρίσετε στην πατρίδα.
Δεύτερον, όσοι είναι παντρεμένοι, θα γυρίσουν στις οικογένειές τους για να μη ταλαιπωρηθούν κι αυτές από εκδικητικές ενέργειες.
Τρίτον, κανένας στρατευμένος δεν θα έρθει μαζί μου. Σε λίγους μήνες που σταδιακά απολύονται, οι στρατευμένοι θα διασκορπιστούν σ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, απ' όπου κατάγονται, και θα περιγράφουν τα όσα είδαν στο πλοίο, άρα το όφελος θα είναι μεγαλύτερο.
Τέταρτον, σκοπός μου είναι να ζητήσω πολιτικό άσυλο στην Ιταλία και να μπορέσω να παραβρεθώ στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ που γίνεται τον Ιούνιο στην Κοπεγχάγη για να αποκαλύψω το μέγεθος του Κινήματος του Ναυτικού. Θα είναι πολύ δύσκολος ο συντονισμός και η διαχείριση μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε ένα περιβάλλον που μας είναι παντελώς άγνωστο και απρόβλεπτο.
Το ιδανικό θα ήταν να κινηθώ μόνος μου και με απόλυτη ελευθερία. Σέβομαι, όμως, και την επιθυμία σας να με ακολουθήσετε.
Γι αυτό, κατ' αρχή παρακαλώ, και διατάζω, να περιορίσετε τον αριθμό στο ελάχιστο δυνατό, και μόνο με μόνιμους, και χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις.
Για ό,τι έχει γίνει μέχρι τώρα, για ό,τι και κι αν σας κατηγορήσουν επιστρέφοντες, αναλαμβάνω προσωπικά την ευθύνη κι εσείς να επικαλεστείτε τη Διαταγή Κυβερνήτου για οτιδήποτε κι αν προσπαθήσουν να σας καταλογίσουν.»

Τρεις ώρες μετά την αποχώρηση από τη Νατοϊκή Δύναμη και από την εκπομπή του Σήματος, το Αντιτορπιλικό ΒΕΛΟΣ, στις έξη το απόγευμα, με δύο μόνο Σημαιοφόρους Μάχιμους στη Γέφυρα (σημ: Προς τον Καιρό Γ.Τετράδη, ο ένας ήταν ο 'συμπιλιαρδιστής' σου Κ.Ματαράγκας)αγκυροβολεί ενάμισι μίλι έξω από το Φιουμιτσίνο.
Κάλμα μπουνάτσα, υγρασία και ερημιά.

25 Μαΐου 1973, απόγευμα, το ΒΕΛΟΣ αγκυροβολεί λίγο έξω από το λιμάνι του Φιουμιτσίνο. Κάλμα μπουνάτσα, υγρασία και ερημιά.

Παρένθεση. Στο τρίωρο που πέρασε από την εκπομπή του Σήματος αποχώρησης μέχρι και την αγκυροβολία του ΒΕΛΟΣ στο Φιουμιτσίνο, τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά από τη στιγμή που το χαρτί ξετυλιγόταν στα τηλέτυπα του ΝΑΤΟ και, φυσικά, των Αρχηγείων όλων των κρατών μελών του. Η χούντα αιφνιδιάζεται. Είχε τσεκαρισμένο τον Παππά για δικό της... Υποψιάζονται ακόμα και ανταρσία από το πλήρωμα σε βάρος του. Συνεγείρεται όλο το σύστημα και αποστέλλεται αίτημα προς όλα τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ για άμεση σύλληψη οποιουδήποτε 'λιποτάκτη στασιαστή' αποβιβαζόταν σε συμμαχικό έδαφος.
Ιδιαίτερο πανικό προκαλεί μια πληροφορία ότι το ΒΕΛΟΣ κατευθύνεται στη ...Λιβύη!
Το νέο διαρρέει στον διεθνή Τύπο από το Στρατηγείο του ΝΑΤΟ και, φυσικά, προκαλεί τεράστιο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον με πρώτο και καίριο ερώτημα 'ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΕΛΟΣ;'
Οι Ιταλικές Αρχές συνεγείρονται κι αυτές και, συν τω χρόνω, ειδοποιούνται όλα τα Λιμεναρχεία και οι άλλες Αρχές να έχουν το νού τους. Το ίδιο συμβαίνει σε όλα τα Μεσογειακά παράλια.
Εν αγνοία της φουρτούνας που ξεσήκωσε στη στεριά, το ΒΕΛΟΣ πλέει σε γιορταστική ατμόσφαιρα προς το Φιουμιτσίνο. Κλείνει η παρένθεση.

Κάλμα μπουνάτσα, υγρασία και ερημιά. Και απέραντη άμμος στις εκβολές του ποταμού Τίβερη όπου βρίσκεται το μικρό λιμάνι, μια τεχνητή μακρόστενη λεκάνη που μπορεί να δεχθεί μόνο κάποια μικρά μοτορσιπ.
(Προφανώς δεν είχε κινητοποιηθεί ακόμα ο Ιταλικός μηχανισμός για να ελέγχουν τα πάντα, και το μικρό λιμάνι δεν ήταν, στις Ιταλικές εκτιμήσεις, στα πιθανά σημεία προσέγγισης του ΒΕΛΟΣ. Εξ άλλου κανείς δεν γνώριζε ακόμα τη θέση του και τις προθέσεις του.)

Μετά την αγκυροβολία, μαζευόμαστε στο καρέ Αξιωματικών. Τώρα τι κάνουμε;
Ο κυβερνήτης αναρωτιέται αν θα ήταν σκόπιμο να μιλήσουμε στη συχνότητα του Λιμεναρχείου του Φιουμιτσίνο.
'Αλλά, όχι,' καταλήγει. 'Πρώτα να ειδοποιήσουμε τους δημοσιογράφους'.
Το βλέμμα του περιφέρεται στους παρευρισκόμενους και σταματάει σε μένα. 'Σημαιοφόρε, μια που μιλάς καλά τα Αγγλικά, θα βγεις έξω και θα ειδοποιήσεις τους δημοσιογράφους να είναι εδώ αύριο το πρωί στις 8 για συνέντευξη Τύπου του Κυβερνήτη, κατάλαβες; Κι αφού μιλήσεις με τους δημοσιογράφους, πάρε τηλέφωνο και τη γυναίκα μου (μου δίνει κι ένα χαρτί) και πες της ότι δεν ξέρω πότε θα γυρίσω'.
'Μάλιστα κύριε Κυβερνήτα'.
Πολλά ερωτηματικά στο μυαλό μου. Μάλιστα; Ποιους δημοσιογράφους; Από πού να τηλεφωνήσω; Έξω, πώς; Αν με ρωτήσει κανείς λιμενικός ή αστυνομικός από πούθε ξεφύτρωσα τι θα του πω; Πού θ' αλλάξω τα δολάρια σε λιρέτες; Τι έχει εδώ έξω στην ερημιά; Αν έχει τηλεφωνικό θάλαμο πού θα βρω τα κωλοτζετόνια (ειδικά νομίσματα) που παίρνουν;
Τι θα πω στη γυναίκα του; Να πάρω και τους δικούς μου;
Χίλια ερωτηματικά στο μυαλό μου, εκτός, πάντως, από οποιαδήποτε σκέψη για κίνδυνο να με συλλάβουν γιατί δεν ήξερα, όπως και κανένας μας, το τι γινόταν στο μεταξύ σε όλη τη Μεσόγειο.
Εν τω μεταξύ, να σου όλοι να θέλουν να ειδοποιήσουν τη γυναίκα τους, τη μάνα τους, το σόι τους. Σημαιοφόρε πάρε κι αυτό, πάρε και τούτο, πάρε και το άλλο, έπηξα στα χαρτάκια με τηλέφωνα, οπότε με ανακούφιση άκουσα δυο συμμαθητές μου, τον Κώστα και τον Γιώργο να ρωτούν τον Κυβερνήτη 'να πάμε μαζί του κύριε Κυβερνήτα;' 'Να πάτε, ρε Σημαιοφόρια, θα σας βγάλει η βάρκα σε ένα απομονωμένο σημείο, έξω από το λιμάνι, το σούρουπο και φροντίστε μη πέσετε σε κανέναν περίεργο αστυνομικό. Θα βρείτε κανένα τηλέφωνο σε καμμιά καφετέρια σίγουρα'.
'Μάλιστα κύριε Κυβερνήτα'

Λέμβαρχος στην πετρελαιάκατο ο Δόκιμος Κελευστής Ασημίνας. Νεότερος από μας. Στα 19 του, Βοηθός Ναυκλήρου.
Αφού μαζέψαμε αρκετά δολάρια (ο μήνας στο εξωτερικό πληρωνόταν σε δολάρια), βρήκαμε και τζετόνια (από κάποιους που τα κράτησαν από το ταξίδι του Οκτωβρίου!), μπαίνουμε στη βάρκα με πολιτικά ρούχα και κατευθυνόμαστε προς τη στεριά μακριά από την μπούκα του λιμανιού.
Αμ, δε. Εκατό μέτρα από την αμμουδιά, η βάρκα ακουμπά στον βυθό. Τα νερά στις εκβολές του ποταμού είναι ρηχά. Προσπαθούμε αλλού, τα ίδια.
''Αι σιχτήρ , ρε Ασημίνα, πήγαινέ μας στη μπούκα του λιμανιού να σαλτάρουμε άκρη άκρη'. Κι έτσι έγινε. Μπαίνοντας στην αρχή της μακρόστενης λεκάνης πλησιάζουμε τα πρώτα πέτρινα σκαλιά στην αριστερή πλευρά της που είναι άδεια και σαλτάρουμε έξω. 'Ασημίνα, θα είσαι εδώ ακριβώς στις 11 κι αν δεν είμαστε θα φύγεις και θα ξανάρθεις ακριβώς στις 12. Κατάλαβες;' 'Κατάλαβα'.
Κατοπτεύουμε το λιμάνι. Στη δεξιά πλευρά, τρία μότορσιπ -τα δύο με σημαία Ελληνική. Στο τέλος της λεκάνης δεξιά, ένα μικρό κτίριο με πινακίδα και σημαία Ιταλική. Το Λιμεναρχείο μάλλον, αλλά νέκρα. Κανείς άνθρωπος στον οπτικό μας ορίζοντα. Μόνο ένα μικρό οίκημα με δυο καρέκλες απ΄έξω και ένα αυτοκίνητο μπροστά του.
Πλησιάζουμε. Ένα καφέ μπαρ, ο Θεός να το κάνει! Μπαίνουμε μέσα. Ο καφεμπάρμαν και ένας ακόμη στο φλίπερ του μαγαζιού να βλαστημάει στα Ιταλικά.
'Μπονασέρα, ουν τελέφονο περ κορτεζία' ρωτάω και ο μπάρμαν ευγενέστατος μου δείχνει τον τοίχο. Τώρα πού παίρνουν; Κάτω από το τηλέφωνο κείτεται τηλεφωνικός κατάλογος που έχει υποστεί τη μανία πολλών μεθυσμένων ναυτικών. Παίρνω τον μισό εγώ, τον άλλον μισό οι άλλοι δυό 'εγώ ψάχνω Ασσοσιέτεντ, εσείς ψάξτε Ρόιτερ', 'πώς γράφεται το Ρόιτερ;', 'Με ρ ρε χαμένε', 'Να το, Ασσοσιέιτεντ, το βρήκα, ρίξε τζετόνι'.
'Ασοσσιέιτεντ μπουονασέρα' απαντά η τηλεφωνήτρια. 'ντου γιου σπικ Ινγκλις;' Ρωτάω. 'Νον πάρλο Ινγκλέσε μι ντισπιάτσε' μου απαντάει οπότε επιστρατεύω όσα μου είχαν μείνει από τη συνεργασία με τα Ιταλικά πλοία στις Ασκήσεις 'ιο σόνο ουφιτσιάλε ντελα μαρίνα μιλιτάρε Γκρέκα', 'Αααα' κάνει η κοπελιά λες και περίμενε αυτό το τηλεφώνημα και με περνάει σ' ένα άψογα Αγγλομαθή στον οποίο και ανακοινώνω ότι αύριο το πρωί ο κυβερνήτης του ΒΕΛΟΣ θα δώσει συνέντευξη Τύπου πάνω στο πλοίο ανοιχτά του Φιουμιτσίνο. Αυτός θέλει να μου πιάσει την κουβέντα ρωτάει τι και πώς αλλά εμείς βιαζόμαστε. Το κλείνω. Κάτσε να πάρουμε τη γυναίκα του καπετάνιου. Τζίφος. Το τηλέφωνο δεν παίρνει υπεραστικά. Ρωτάμε τον μπάρμαν 'ιντερνατσιονάλε;', 'Αλ αεροπόρτο' μας λέει. Ποιό αεροπόρτο ρε γαμώ το; Εκείνη την ώρα, ο τύπος στο φλίπερ το βροντάει με δύναμη γιατί προφανώς του έφαγε την τελευταία μπίλια και ανοίγει την πόρτα. Κάτι του λέει ο μπάρμαν, γυρίζει αυτός και με σπαστά Αγγλικά μας λέει ότι πάει στη Ρώμη και μπορεί να μας πάρει μέχρι το αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο που ήταν κοντά αλλά εμείς δεν το είχαμε ακούσει ποτέ βέβαια. Λαχείο. Μπαίνουμε στο Φίατ και σε δέκα λεπτά μας ξεφορτώνει στο αεροδρόμιο.
Χλιδή και πολυτέλεια. Και πολυκοσμία. Βρίσκουμε κάτι θαλάμους, μπαίνουμε μέσα αλλά κι εδώ τζίφος. Η Ιταλία το 73, τηλεφωνικά ήταν στη λίθινη εποχή! Ρωτάμε στις πληροφορίες και μας λένε ότι για διεθνείς κλήσεις πρέπει να περάσουμε στην αφορολόγητη περιοχή, μετά τους ελέγχους διαβατηρίων για διεθνείς πτήσεις. Τώρα μάλιστα. Και πώς περνούν τους καραμπινιέρους με τα αυτόματα; Ούτε εισιτήρια, ούτε διαβατήρια είχαμε. Είχαμε, όμως, ...τον ʼγιο Νικόλα και το θράσος των εικοσιδυό χρόνων. Πλησιάζω ένα καραμπινιέρο και του δείχνω την υπηρεσιακή μου ταυτότητα (λόγω ΝΑΤΟ η πίσω πλευρά της ήταν γραμμένη και στα Αγγλικά) και του λέω στην Αγγλοϊταλική άπταιστη γλώσσα 'είμαστε αξιωματικοί του ΝΑΤΟ και πρέπει να κάνουμε επείγοντα υπηρεσιακά τηλεφωνήματα'. Όχι μόνο μας άφησε να περάσουμε αλλά στήθηκε και έξω από τους τρεις θαλάμους για να μη μας ενοχλεί κανείς. Να ναι καλά ο άνθρωπος.
Αφού πήραμε όλα τα τηλέφωνα παραγγελιές (θα άξιζε ένα μικρό βιβλίο με το τι ειπώθηκε στα τηλεφωνήματα αυτά -ιδιαιτέρως συγκινητικά και αισιόδοξα, εδώ δεν φτάνει ο χώρος)
πληρώσαμε σε δολάρια την υπάλληλο που μέτραγε τις μονάδες, ευχαρίστησα τον καραμπινιέρο - φύλακά μας και αναζητήσαμε ταξί. Η γυναίκα του κυβερνήτη μου είπε να τον πληροφορήσω ότι μόλις την είχε πάρει κάποιος μυημένος στο Κίνημα και της είπε ότι γίνονται μαζικές συλλήψεις αξιωματικών του Ναυτικού αλλά και της Αεροπορίας, ενώ τανκς είχαν βγει στους διαδρόμους αεροδρομίων.
Το ταξί μας άφησε έξω από το μπαρ στο λιμάνι του Φιουμιτσίνο στις δέκα και μισή το βράδυ. Το μπαράκι ήταν γεμάτο ναυτικούς, θορυβώδεις και μπεκροπίνοντες. Έτσι, θεωρήσαμε καλό να πάμε στα σκαλάκια και να κουρνιάσουμε περιμένοντας τον Ασημίνα με τη βάρκα στις έντεκα ακριβώς.
Δεν ξέραμε ότι οι δημοσιογράφοι ψάχνοντας και ρωτώντας τις ιταλικές αρχές αν ξέρουν τίποτα για να διασταυρώσουν την αξιοπιστία του τηλεφωνήματος, είχαν διαρρεύσει την είδηση ότι το ΒΕΛΟΣ είναι στο Φιουμιτσίνο και ο Λιμενάρχης είχε πάει ήδη με μια βάρκα στο πλοίο όπου ο Παππάς του υπέβαλε το αίτημα για πολιτικό άσυλο. Ο Λιμενάρχης του είπε ότι θα μεταβιβάσει το αίτημα στο Υπουργείο Εσωτερικών και στο μεταξύ απαγορεύεται η έξοδος οιουδήποτε στη στεριά γιατί θα συλληφθεί και θα απελαθεί αμέσως στην Ελλάδα. 'Ναι', του λέει ο Παππάς 'αλλά ήδη τρεις αξιωματικοί μου είναι έξω για να ειδοποιήσουν τον Τύπο'. 'Λυπάμαι' απάντησε ο Λιμενάρχης κι έσπευσε να βρει τους ...λαθρολιποτάκτες. Ευτυχώς που ο μπάρμαν του είπε ότι ήμασταν στο αεροδρόμιο.
Αγνοούντες πάλι εμείς το τι γινόταν, καθόμασταν κουρνιασμένοι χαμηλά στα σκαλιά του προβλήτα, όταν μέσα στο σκοτάδι ένα αυτοκίνητο σταμάτησε σχεδόν δίπλα μας και ένας μεσήλικας με πολιτικά μας ρώτησε στα Αγγλικά αν είμαστε Έλληνες Αξιωματικοί. Του απάντησα κι εγώ 'Γιατί; Είσαι περίεργος;' Αυτός χαμογέλασε και μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε. Μάλλον δημοσιογράφος που κατέβηκε να επιβεβαιώσει.
Πάνω που απορούσαμε τι ήταν ο τύπος, στις 11 παρά πέντε, μια φάλαγγα έξη - εφτά περιπολικών με τις σειρήνες στο φουλ μπουκάρουν στο λιμάνι με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ορμούν στη δεξιά πλευρά του λιμανιού -εκεί που ήταν τα ελληνικά μότορσιπ- δεκάδες αστυνομικοί με φακούς και προβολείς ψάχνουν τον απέναντι προβλήτα και ανεβαίνουν και στα ελληνικά πλοία (λογικά εκτίμησαν ότι θα πηγαίναμε εκεί - εξήγηση κατόπιν εορτής γιατί μέχρι τότε δεν ξέραμε γιατί), έντεκα παρά τέσσερα ακούμε στο βάθος τη βάρκα μας να πλησιάζει αργά-αργά, βασανιστικά αργά, ακριβής ο Ασημίνας στην εκτέλεση της διαταγής για άφιξη στις έντεκα- και τις πόρτες των περιπολικών να κλείνουν με δύναμη και αυτά να σπινάρουν κατά μήκος του δεξιού προβλήτα στρίβοντας μετά προς τη θέση μας. Έντεκα παρά ένα η βάρκα μας είναι τέσσερα πέντε μέτρα από τα σκαλιά, ένα περιπολικό στριγκλίζει φρενάροντας δίπλα μας και ο φίλος μου ο Κώστας σπάζει κάθε ρεκόρ άλματος άνευ φοράς σαλτάροντας στη βάρκα τη στιγμή που ο καραμπινιέρος με το φακό στο χέρι μας φώναζε 'φέρματι' ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ακολουθεί και ο Γιώργος και πηδάω κι εγώ σπρώχνοντας τη βάρκα μακρυά από τον προβλήτα. 'Τι θέλουν οι μαλάκες;' Αναρωτιόμαστε φωναχτά, ο Κώστας μπήγει τη σημαία της βάρκας στη πρυμνιά της βάση, 'ελληνικό' το έδαφος τώρα 'πάρτε τα #$%^δια μας', ανακούφιση. Στη δεύτερη ανάσα, δυό θηριώδη κρις κραφτ μας λούζουν με τους προβολείς τους και ναύτες μας σημαδεύουν με αυτόματα, ο Γιώργος παίρνει τον προβολέα της βάρκας και στραβώνει τους Ιταλούς εναλλάξ ενώ ο Κώστας αρπάζει το πιστόλι των φωτοβολίδων και το στρέφει προς το μέρος τους... Και ο Ασημίνας φουλάρει ταχύτητα για το ΒΕΛΟΣ. Ε, ρε, νιάτα!
'Μα τι στο διάολο συμβαίνει;' Ξανααναρωτιόμαστε 'ρε σείς, τουλάχιστον να ειδοποιήσουμε ότι τηλεφωνήσαμε' λέω και παίρνω τον άλτη (φορητός προβολέας σημάτων - εκείνη την εποχή τα φορητά Βι-έιτς-εφ σπανίζουν!) και σημαδεύω τη γέφυρα του ΒΕΛΟΣ. Ευτυχώς, οι Σηματωροί είναι σε εγρήγορση. Με Μορς αναφέρω 'αποστολή εκτελέστηκε, Ιταλοί μας κυνηγούν'.
Προς ανακούφισή μας ο προβολέας του πλοίου μας απαντά 'Ελήφθη'.
Οι Ιταλοί Λιμενοφύλακες γνώριζαν φαίνεται από Διεθνές Ναυτικό Δίκαιο κι έτσι δεν αποπειράθηκαν να παρεμποδίσουν τη βάρκα και να μας συλλάβουν. Απλά μας συνόδεψαν 'φωταγωγημένους' μέχρι το πλοίο.
Μπαίνουμε στο καρέ. Ένας μόνο αξιωματικός ο Νικόλας ο Ζησιμόπουλος -δυό τάξεις μεγαλύτερος- μας περιμένει.
'ʼντε ρε παιδιά μας κόπηκαν τα πόδια. Ο καπετάνιος είπε στον Λιμενάρχη ότι είστε έξω κι αυτός του είπε ότι έχει διαταγή να συλλάβει όποιον βρει σε Ιταλικό έδαφος. Τώρα πήγε για ύπνο αφού του είπαν από τη γέφυρα ότι στείλατε σήμα με τον οπτικό'
Και μετά μας εξήγησε τις λεπτομέρειες.
Και τότε κόπηκαν τα δικά μας πόδια.

Ξημερώνει η 26η Μαΐου 1973
Δεν έκλεισα μάτι χτες το βράδυ. Καλύτερα να μη μας έλεγε ο Αρκούδης (Νικόλας Ζησιμόπουλος) τι έγινε όσο λείπαμε έξω. Υπερένταση.

Και πού να ξέραμε τι γίνεται αυτή τη νύχτα, όσο όλοι, εξαντλημένοι από την ένταση της ημέρας, κοιμόντουσαν τον ύπνο του Δικαίου (στην κυριολεξία!).

Παρένθεση πάλι λοιπόν.
Αφού επιβεβαιώθηκε λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ ότι το ΒΕΛΟΣ είναι στο Φιουμιτσίνο, οι δημοσιογράφοι φρόντισαν να το διαλαλήσουν στον Κόσμο. Το BBC, η Ντώιτσε Βέλλε, το Παρίσι, έβγαλαν έκτακτα 'ελληνικά' δελτία ειδήσεων, και όλοι οι ραδιοσταθμοί και τηλεοπτικά κανάλια στην Ευρώπη άρχισαν να μεταδίδουν το γεγονός. Μέσα στη νύχτα λειτουργεί το σπασμένο τηλέφωνο σε πάρα πολλούς Έλληνες του εξωτερικού.
Μέσα στη νύχτα, λειτουργούν ακατάπαυστα και τα τηλέφωνα των Υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Ιταλίας με σταθερό αίτημα της πρώτης να μη γίνει δεκτό οποιοδήποτε αίτημα Πολιτικού Ασύλου, και να συλληφθεί και απελαθεί όποιος αποβιβαστεί στην Ιταλία.
Παράλληλα, μέσα στη νύχτα, η Χούντα διατάσσει πολλούς Έλληνες Αξιωματικούς του Ναυτικού που υπηρετούν σε Νατοϊκές Υπηρεσίες στην Ιταλία και σε γειτονικές πρεσβείες να σπεύσουν αμέσως στο Λιμεναρχείο του Φιουμιτσίνο με κάθε μέσο.
Η Ιταλική κυβέρνηση Αντρεότι από τη μια πιέζεται από την Ελλάδα και από την άλλη προβληματίζεται για το πώς θα αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη κατάσταση σαν κι αυτή.
Κυριαρχούσα τάση είναι να συλληφθεί όποιος ζητήσει πολιτικό άσυλο και να απελαθεί στην Ελλάδα. Ετοιμάζεται χώρος στο στρατόπεδο προσφύγων στην Τεργέστη για να μεταφερθούν εκεί όσοι βγουν από το πλοίο μέχρι την διεκπεραίωση των νομικών διαδικασιών απόρριψης του αιτήματος και απέλασης.
Κλείνει η παρένθεση.

Στο ΒΕΛΟΣ, λοιπόν, όλοι, εξαντλημένοι από την ένταση της ημέρας, κοιμόντουσαν τον ύπνο του Δικαίου αγνοώντας τις ολονύκτιες εξελίξεις και διαβουλεύσεις της νύχτας.

Με το πρώτο φως, η κατάσταση στην περιοχή έχει αλλάξει. Σε ακτίνα ενός μιλίου από το πλοίο περιπολούν ταχύπλοα του Ιταλικού Λιμενικού, αποκλείοντας την προσέγγιση οποιουδήποτε, και από πάνω μας πετούν δυό-τρία ελαφρά αεροπλανάκια, πιθανόν με δημοσιογράφους.
Ενώ ενημερώνω τον Κυβερνήτη για τα χτεσινοαπογευματινά, ένα από τα κρις κραφτ που μας 'συνόδεψε' χτες το βράδυ πλησιάζει στην κλίμακα (σκάλα του πλοίου). Δίπλα στον Ιταλό Ναύτη στέκεται ένας Έλληνας ανώτατος αξιωματικός του Ναυτικού. Ο Αρχιπλοίαρχος Αρβανίτης. Σοβαρός, μάλλον ανέκφραστος, παραμένει στο κρις κραφτ και ζητάει από τον σκοπό στην κλίμακα να ειδοποιήσουν τον κυβερνήτη. Βγαίνουμε όλοι στο κατάστρωμα. Ο Παππάς χαιρετά τον Αρχιπλοίαρχο και αυτός του λέει
'Νίκο, ο Λιμενάρχης μου είπε ότι ζήτησες άσυλο. Σκέψου το πάλι, ίσως δεν έχεις καλή ενημέρωση, μην παρασύρεις και μικρότερους.'
Ο Παππάς κατεβαίνει μερικά σκαλιά και κάτι λέει στον Αρχιπλοίαρχο ο οποίος κουνάει το κεφάλι του και λέει στον Ναύτη να φύγουν για το λιμάνι. Φεύγοντας χαιρετάει, φιλικά μου φάνηκε.
Σε λίγο άλλο κρις κραφτ, (αλήθεια πού βρέθηκαν τόσα πλωτά μέσα στη νύχτα; Δεν υπήρχε ούτε ένα όταν βγήκαμε χτες βράδυ εκτός από τα δυο που μας συνόδεψαν...) με έναν Έλληνα Αξιωματικό, τον Πλοίαρχο Χασιώτη, και έναν με πολιτικά, προσεγγίζει την κλίμακα.
Ο Παππάς είναι στο 'φτερό' της Γέφυρας ψηλά και τους κοιτάζει.
'Κύριε Κυβερνήτα' φωνάζει -τσιριχτά- αυτός με τα πολιτικά. 'Είμαι ο πρεσβης στη Ρώμη, Ροκανάς, τι πάτε να κάνετε; Δεν έγινε τίποτα στην Ελλάδα. Κανείς δεν θα σας πειράξει. Τι πάτε να κάνετε;'
'Κύριε Πρεσβευτά να πάτε έξω και να πείτε του Λιμενάρχη ότι περιμένω την απάντησή του για το Πολιτικό ʼσυλο. Αν καθυστερήσει, παίρνω το καράβι και φεύγω. Και περιμένω και τους δημοσιογράφους για πρες κόνφερανς'
'Μα είστε στα καλά σας; Έχουμε γίνει ρεζίλι διεθνώς, δεν θα έρθει ούτε ένας δημοσιογράφος, δεν θα τους επιτρέψουν, σας παρακαλώ, τουλάχιστον αφήστε με να μιλήσω στο πλήρωμα' τσιρίζει ο πρέσβης.
Ένας αξιωματικός που ήταν στην Κλίμακα, κοιτάζοντας χαμογελαστός τον πρέσβη λέει δυνατά 'μα αφήστε τον άνθρωπο κύριε Κυβερνήτα να έρθει επάνω και να μας μιλήσει' οπότε ο πρέσβης μάλλον κατάλαβε ότι δεν ήταν και τόσο καλή η ιδέα του.
Ο αξιωματικός, δίπλα από τον πρεσβευτή κλείνει το μάτι στον Παππά και λέει στον Ιταλό Ναύτη να γυρίσουν στο λιμάνι.
'Θα ξανάρθω' φωνάζει ο πρέσβης. 'Στο καλό' του απαντούν εν χορώ όσοι ήταν στο δεξί κατάστρωμα.

Ο κυβερνήτης λέει στον Υπόλογο του Ασύρματου να επικοινωνήσει με το Λιμεναρχείο στις προβλεπόμενες διεθνείς συχνότητες. Δεν απαντάει.
Κατά τις δέκα, ξαναπλησιάζει το κρις κραφτ με τον πρέσβη. ʼλλος αξιωματικός δίπλα του, ο Πλοίαρχος Λευκός.
Αμίλητος ο αξιωματικός, λαλίστατος ο πρέσβης, πριν φτάσει στην κλίμακα λέει στον Ιταλό να πλέει με μικρή ταχύτητα κοντά στο πλοίο και φωνάζει 'δεν έγινε τίποτα, μη σας παρασύρει ο πλοίαρχός σας, το ψωμί εδώ έχει είκοσι δραχμές, πώς θα ζήσετε εδώ;, μη τον ακούτε...' Το κρις κραφτ σταματάει πάλι ανοιχτά από την κλίμακα. Ο Κυβερνήτης πετάει κεφάλι από τη γέφυρα και ρωτάει 'έχετε τίποτα νεώτερο κύριε πρέσβη; Ή να πάρω το καράβι και να φύγω;'
'Όχι, όχι, με διαβεβαίωσαν ότι θα δώσουν άσυλο σε σας αλλά πρέπει να έρθετε στο Λιμεναρχείο για τα τυπικά'
Όσοι αξιωματικοί ήμασταν παρόντες, με μια φωνή, φωνάξαμε στον πρέσβη 'Όχι, ο Κυβερνήτης μας δεν θα πάει πουθενά μόνος του' και γυρίζοντας προς τον κυβερνήτη ένας Υποπλοίαρχος λέει 'κύριε Κυβερνήτα, να πάει κάποιος άλλος, βρωμάει η πρόταση του πρέσβη', 'Να, ο μικρός που ξέρει κι Αγγλικά καλά'. (!)
Ο κυβερνήτης γελάει κι από πάνω από τη γέφυρα λέει
'ʼντε μικρέ, σάλτα έξω και δες τι σκατά θέλει ο Λιμενάρχης'
Και πες του ότι θέλουμε έγγραφη διαβεβαίωση από το Υπουργείο Εσωτερικών για την παροχή Ασύλου γιατί αλλιώς, με το που πέσει ο ήλιος, αποπλέουμε!'
Έχει πάει έντεκα. Σαλτάρω στο κρις κραφτ που ξεκινάει για το λιμάνι. Ο πλοίαρχος Λευκός με κοιτάζει πλαγίως, εγώ τον ορίζοντα.
'Είσαι ο;'
'Σημαιοφόρος .....'
'Τι θα κάνεις εσύ;'
'θα ακολουθήσω τον Κυβερνήτη μου'
'κι ο θειός σου το ίδιο θα έκανε, αγύριστο κεφάλι...'
(στο Πολεμικό Ναυτικό ήταν και ένας πρωτοξάδερφος του πατέρα μου -δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω γιατί πέθανε Πλοίαρχος στα 49 του ξαφνικά όταν έμπαινα εγώ στη Σχολή)
ήταν τα λόγια του με τον αντίχειρα σηκωμένο επιδοκιμαστικά από την πλευρά που δεν έβλεπε ο πρέσβης... (σημειώστε ότι οι αξιωματικοί που αναφέρθηκαν στο κρις κραφτ δεν ήταν μυημένοι στο Κίνημα του ναυτικού).
Ο πρέσβης πήρε τη σκυτάλη κι άρχισε να μου λέει πόσο ακριβή είναι η Ιταλία, και δεν έχει δουλειές και θα πεθάνουμε στην πείνα και διάφορα άλλα φαιδρά που τα αντιμετώπισα σιωπηλός, χαμογελαστός και κοιτώντας πάλι τον ορίζοντα.
Μπαίνοντας στη μπούκα του λιμανιού, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Εκατοντάδες κόσμου με πλακάτ στα Ελληνικά και στα Ιταλικά ήταν παρατεταγμένοι στους προβλήτες και φώναζαν συνθήματα γιουχάροντας όποιον Έλληνα Αξιωματικό έβλεπαν να πηγαίνει προς το ΒΕΛΟΣ. (αργότερα μάθαμε ότι μέσα στη νύχτα κινητοποιήθηκαν πολλοί Έλληνες φοιτητές και εξόριστοι και κατάφεραν να βρεθούν εκεί εγκα
Κρουστάλλης (Πάκης) Προκόπης

Tags: