Modelclub.gr Φόρουμ

ΛΕΞΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ (Αναγνώστηκε 87505 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

ΣΠΥΡΙΔΩΝ

περισσότερα Αποσυνδεδεμένος
  • *
  • Scale 1/144
  • IPMS 709
  • Μηνύματα: 139
  • Αλεξανδρής Σπύρος
ΛΕΞΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Οκτώβριος 12, 2008, 06:28:55 μμ



                                                                     Ναυτικοί όροι
Άνω σακολέβα Μικρό τετράγωνο πανί επάνω από τον ιστό της σακολέβας, που συνήθως βρίσκεται κάτω από το μπομπρέσο.
Ανώτατο κατάστρωμα  Το κατάστρωμα που καλύπτει το επάνω μέρος του σκάφους κάθε πλοίου.
Αράζω  Προσδένω το πλοίο στην προκυμαία, έτσι ώστε η μία του πλευρά ( συνήθως το ένα πλευρό ή η πρύμνη ) να βρίσκεται σε επαφή με αυτή.
Αβαθή ( ή αμμουδιά ή ρηχά νερά )  Ανυψωμένο μέρος του θαλάσσιου βυθού σε σχέση με τη γύρω περιοχή, που πολλές φορές είναι επικίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα.
Αστρολάβος  Αρχαίο ναυτικό εργαλείο που αποτελείται από μια βαθμονομημένη στεφάνη ( επάνω στην οποία υπήρχαν διάφορες ενδείξεις ) και μια ασταθή ράβδο. Χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 18ο αιώνα για τη μέτρηση του ύψους τω αστέρων στον ορίζοντα.
Βύθισμα Το τμήμα του πλοίου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας .Βάθος στο οποίο βρίσκεται η γραμμή βυθίσματος ή το χαμηλότερο σημείο του βυθισμένου μέρους ( που αποκαλείται ύφαλα ) οποιουδήποτε πλοίου ή σκάφους.
Γέφυρα  Οποιαδήποτε συνεχής κατασκευή που διαιρεί οριζόντια το πλοίο ή καλύπτει το σκάφος. Σε αυτή την περίπτωση, ονομάζεται «επάνω κατάστρωμα» ή απλά «κατάστρωμα».
Γαλιόνι   Ιστιοφόρο χωρίς κουπιά, με μεγάλη χωρητικότητα και, συνήθως βαρύ οπλισμό. Εκτός από το μπομπρέσο, είχε δύο ή τρία κατάρτια με τετράγωνα πανιά και ε αυτό της πρύμνης έφερε τριγωνικό πανί ( αργότερα αντικαταστάθηκε από άλλο, τετράγωνο πανί). Η επινόησή του έχει αποδοθεί στον Ισπανό Αλβάρο ντε Μπάθαν τον πρεσβύτερο. Θεωρείται η εξέλιξη της καράκας και της γαλέρας.
Καρίνα Βασικό δομικό στοιχείο κάθε ναυτικής κατασκευής, αποτελούμενο από έναν ή πολλούς ζυγούς ενωμένους γερά μεταξύ τους, που εκτείνονται από την πλώρη έως την πρύμνη στα ύφαλα του πλοίου. Μερικές φορές ενισχύεται από μία επιπλέον κατασκευή που τοποθετείται ακριβώς  από πάνω και λέγεται εσωτερική καρίνα  σωτρόπι. 
Κυρτότητα (ή σιμότητα)  Το κυρτό μέρος από την πλώρη μέχρι την πρύμνη.
Μάσκες   Τμήματα των πλευρών του πλοίου απ’ όπου ξεκινά η κλίση της πλώρης.
Μέγιστο πλάτος  Μέγιστο πλάτος του πλοίου, εκτός από την εξάρτιση και τον οπλισμό.
Μετζάνα   Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη.
Μετζάνα   Το τριγωνικό πανί του ιστού της μετζάνας, όταν φέρει πανί.
Πρόβολος ή μπομπρέσο  Ιστός οριζόντιος ή με πολύ μεγάλη κλίση, στην ίδια κατεύθυνση με το διαμήκη άξονα του σκάφους, που προεξέχει από την πλώρη και συγκεντρώνει τους διάφορους φλόκους.
Πρόστεγο   Παλαιότερα έτσι προσδιοριζόταν το μέρος του καταστρώματος ενός πλοίου ανάμεσα στο τουρκέτο και την πλώρη. Το πρόστεγο ήταν πολύ ψηλό και πλατύ στις εμπορικές καράκες. Το ύψος του άρχισε να μειώνεται στα γαλόνια και ακόμη περισσότερο στα πλοία της γραμμής ( δηλαδή στα πολεμικά σκάφη ) και στις φρεγάτες.
Σακολέβα  Μικρό τετράγωνο πανί, που δένεται κάτω από το μπομπρέσο.
Σεντίνα   Εσωτερικό κάτω μέρος του καραβιού, όπου συνήθως τοποθετείται η σαβούρα και συγκεντρώνεται το νερό που τη διαποτίζει.
Τεριδόνα   Δίθυρο μαλάκιο, που αποκαλείται και σαράκι. Είναι ένα χαρακτηριστικό ξυλοφάγο μαλάκιο, το οποίο μπορεί να επιτεθεί σε όλα τα είδη του ξύλου, χάρη σε μηχανικές κινήσεις και την έκκριση μιας ουσίας που μαλακώνει το ξύλο.
Εκτόπισμα   Ο όγκος και, επομένως, το βάρος του νερού που εκτοπίζει ένα πλοίο.
Μήκος    Μέγιστο μήκος του πλοίου, εκτός από τα στοιχεία της εξάρτισης και του οπλισμού.
Πλάτος   Μέγιστο πλάτος του πλοίου, εκτός από τα στοιχεία της εξάρτισης και του οπλισμού.
Ποδόσταμο   (πρύμνης / πλώρης)  Δομικό στοιχείο στο οποίο καταλήγει το σκάφος σε κάθε του άκρη. Μπορεί να είναι ίσιο ή καμπύλο.
Χωρητικότητα  Συμβατικό μέτρο της χωρητικότητας ενός σκάφους, που ονομάζεται «μεικτή χωρητικότητα», αν συμπεριλαμβάνει όλο τον εσωτερικό του όγκο, ή «καθαρή χωρητικότητα», αν δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό οι χώροι για τα μηχανήματα και τις άλλες συσκευές.
Χωρητικότητα σε τόνους  Στα πολεμικά πλοία αντιστοιχεί στο εκτόπισμα, δηλαδή στο συνολικό βάρος. Στα εμπορικά πλοία δηλώνει τον εσωτερικό όγκο σε κυβικούς τόνους ( που αντιστοιχούν σήμερα σε 2.832 κ.μ. ) και όχι σε βάρος.
Κύτος  Κυριολεκτικά είναι ο χώρος ανάμεσα στο κατώτερο κατάστρωμα και στα ύφαλα του πλοίου. Γενικότερα , είναι ο εσωτερικός χώρος ενός πλοίου που προορίζεται για το φορτίο.
Νομέας   Συνώνυμο της πόστας ( βλ. λέξη ).
Πλευρό πλοίου  Υποδεικνύει καθεμία από τις δύο πλευρές του. Η ιταλική έκφραση «a bordo» ( επί του πλοίου ) υποδεικνύει όλα αυτά που βρίσκονται επάνω ή μέσα στο πλοίο. Όταν αναφέρεται στην κίνηση των ιστιοφόρων υποδεικνύει τη διαδρομή που κάνουν, διατηρώντας ουσιαστικά σταθερή τη γωνία με τον άνεμο.
Πλώρη    Το μπροστινό μέρος ενός σκάφους.
Πορεία  Η διαδρομή που ακολουθεί ένα πλοίο στη θάλασσα γενικώς χαράζεται σε ναυτικούς χάρτες.
Πόστα    Βασικό στοιχείο της εγκάρσιας δόμησης κάθε ξύλινου σκάφους. Στις ξύλινες κατασκευές αποτελούνταν από τέσσερα κομμάτια που ονομάζονταν, από κάτω προς τα επάνω : έδρα νομέα, στραβόξυλο, σκαλμός και σκαρμός
Πρύμνη  Το πίσω μέρος ενός σκάφους.
Τομή  Όταν αναφέρεται σε πλοίο, δείχνει την  εικόνα που θα είχε το πλοίο, αν το κόβαμε σε ένα ιδεατό επίπεδο κάθετα στην καρίνα. Άρα, είναι ένας γεωμετρικός όρος και όχι ένα δομικό στοιχείο, όπως ο νομέας που συνήθως αντιστοιχεί σε αυτή.
Ύψος του κύτους    Ωφέλιμο ύψος του κύτους σε αντιστοιχία με το μέγιστο πλάτος του πλοίου.
Έδρα νομέα   Το κάτω μέρος ενός πλευρού, δηλαδή αυτό που είναι σε επαφή με την καρίνα.
Ζυγόν (καμάρι)  Κυρτό δομικό στοιχείο που στηρίζει το κατάστρωμα (στα μικρότερα πλοία, αποκλειστικά το επάνω κατάστρωμα) και συνδέει μεταξύ τους τα τοιχώματα.
Καλίμπρα   Μοντέλο που χρησιμοποιούνταν στα ναυπηγεία για τη συναρμολόγηση των τμημάτων μιας ναυτικής κατασκευής.
Κεντρική πόστα   Πλευρό που βρίσκεται στο μέγιστο πλάτος.
Παραπέτο   Ξύλινο στηθαίο που ορίζει το επάνω κατάστρωμα. Παλαιότερα τοποθετούνταν στο εσωτερικό του κιβώτια που χρησιμοποιούνταν για την φύλαξη, στη διάρκεια της ημέρας, των κρεβατιών των ναυτών, και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αμυντικό οδόφραγμα.
Περίζωση  Ανώτερο μέρος του σανιδώματος ενός πλοίου. Συνήθως έχει μεγαλύτερο πάχος από το υπόλοιπο μέρος του σανιδώματος και, μαζί με τη ζυγοδόκη, που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με αυτήν μέσα στο σκαρί, συμβάλλει στην ενίσχυση.
Ποδόστημα  Δομικό στοιχείο που κλείνει το σκάφος στην πρύμνη και συνδέεται με την καρίνα διαμέσου ενός άλλου στοιχείου μαζί με οποίο αποτελεί την πτέρνα του πλωτήρα. Στις αρχαίες ναυτικές κατασκευές και, ακόμη και σήμερα, στις πιο μικρές, στο ποδόστημα συνδέονται οι πείροι στήριξης (αρμοί) του πηδαλίου. 
Ράβδος-δοκός  Το καθένα από τα δύο μέρη μιας πλευράς, πριν ακόμη συναρμολογηθεί.
Σκαλμός  Κεντρικό στοιχείο του πλευρού, που βρίσκεται μεταξύ του στραβόξυλου και του στηρίγματος και συνήθως αντιστοιχεί στον άξονα επίπλευσης.
Στήριγμα  Ανώτερο στοιχείο ενός  πλευρού, που συνήθως εξέχει από το κατάστρωμα και στηρίζει το πλευρό του επάνω καταστρώματος.
Στραβόξυλο  Το πρώτο κομμάτι, που συνήθως είναι πιο καμπύλο από τα άλλα, που παρεμβάλλεται σε κάθε πλευρό μεταξύ της έδρας του νομέα και του σκαλμού.
Ύψος της κατασκευής (ή του σκάφους)  Κάθετη απόσταση η οποία, στο σημείο του μέγιστου πλάτους, διαχωρίζει το κατώτερο πλευρό της καρίνας από την ανώτερη επιφάνεια του επάνω καταστρώματος.
Γραντί   Πλάγια πλευρά του τετράγωνου ιστίου.
Γραντί ραφής  Σχοινί ενίσχυσης σε κάθε πλευρά του πανιού. Χρησιμοποιούνται για να υποδεικνύουν τη μακριά πλευρά του πανιού, από την οποία το πανί δενόταν στην κεραία ή στον ιστό.
Κουρτελάτσα  Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές σχήμα, το οποίο τοποθετείται δίπλα σε αυτό της γάμπιας, όταν έχει λίγο αέρα.
Μαΐστρα  Μεγάλο τετράγωνο πανί ιστιοφόρου και το αντίστοιχο μεγάλο κατάρτι.
Όρτσα  Παράγγελμα με το οποίο το πλοίο στρέφεται, ώστε να αποκτήσει πορεία αντίθετη προς τον άνεμο.
Πόντζα   Παράγγελμα με το οποίο απομακρύνεται η πλώρη του πλοίου από τη διεύθυνση κατά την οποία φυσάει ο άνεμος .
Πρυμνιό ιστίο   Το πιο χαμηλό από τα τετράγωνα πανιά που είναι δεμένα στον ιστό της μετζάνας, συνήθως επάνω από το λατίνι που στηρίζεται πάντοτε στον ιστό της μετζάνας.
Ίσαλος γραμμή  Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές ενός πλοίου, στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας.
Κάβος  Χοντρό σχοινί με το οποίο δένουν τα αγκυροβολημένα καράβια.
Καρνάγιο   Μικρό ναυπηγείο για επισκευές.
Μέγιστο πλάτος  Μέγιστο πλάτος του πλοίου, εκτός από την εξάρτιση και τον οπλισμό.
Σαλπάρω  Για πλοίο που σηκώνει άγκυρες και ανοίγεται στη θάλασσα.
Δόλωνας   Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της μαΐστρας επάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομά του ο άξονας που συγκρατεί (ιστός δόλωνα).
Επίδρομο   Παλαιότερα ονομαζόταν έτσι το λατινικό πανί που δενόταν στο κατάρτι κοντύτερα στην πρύμνη, το οποίο πήρε από το όνομά του. Στη συνέχεια, το επίδρομο εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από το ωτοειδές ιστίο και έτσι η αντένα του ονομάστηκε αντένα χωρίς πανί, επειδή δεν υποστήριζε πλέον κανένα πανί.
Επιστήλιο   Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του τρίγκου,  και το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό.
Θυρίδα   Τετράγωνο ή ορθογώνιο άνοιγμα στις πλευρές, που προοριζόταν για την έξοδο του στομίου του κανονιού κατά τη χρήση. Με ήρεμη θάλασσα και μέσα στο λιμάνι χρησιμοποιούνταν και για αερισμό του εσωτερικού του πλοίου. 
Κατάστρωμα   Το δάπεδο που καλύπτει εξωτερικά το σκάφος κάθε πλοίου.
Νομέας ή πλευρό   Βασικό στοιχείο της εγκάρσιας δομής κάθε ξύλινου σκάφους. Στις ξύλινες κατασκευές αποτελείτο από τέσσερα τμήματα που ονομάζονταν, από κάτω προς τα επάνω: έδρα νομέα, στραβόξυλο, σκαλμός και στήριγμα. Τα πλευρά του, πάντα σε μεγάλη ποσότητα, τοποθετούνται κάθετα στην καρίνα, σχηματίζοντας μια φαρδιά καμπύλη.
Παπαφίγκος   Πανί που βρίσκεται πάνω από το δόλωνα. Έτσι ονομάζεται και το αντίστοιχο κατάρτι και η αντένα. Το ίδιο πανί όταν δένεται στο τουρκέτο (καθώς επίσης και στη μαΐστρα ) ονομάζεται πλωριός παπαφίγκος .
Πλώρη   Το μπροστινό μέρος του πλοίου.
Πλωτό βάθρο ή ποντόνι   Μεγάλη πλωτή δεξαμενή χωρίς μέσα προώθησης που χρησιμοποιείται στα λιμάνια για την μεταφορά μεγάλων φορτίων ή μηχανημάτων μεγάλου όγκου.
Πρύμνη  Το πίσω μέρος του πλοίου .
Ταλιαμάς   Το μπροστινό μέρος του ποδόσταμου της πλώρης που σχίζει το νερό κατά την πλοήγηση.
Ζενίθ  Σημείο της ουράνιας σφαίρας που βρίσκεται στην κατακόρυφη η οποία διέρχεται από τον παρατηρητή.
Ζενιθιακή απόσταση  Γωνιακή τιμή της απόστασης ενός αστέρα από τι ζενίθ.
Πλακέτα   Προεξοχή με σχισμή που εφαρμόζει επάνω στα αστρονομικά και τοπογραφικά όργανα. Η σχισμή χρησιμοποιείται ως δείκτης.
Πορτολάνος   Ναυτικός χάρτης με στοιχεία για τις ακτές και τα λιμάνια.
Γαλεάσσα   Πλοίο που έμοιαζε πολύ με γαλέρα, πιο μεγάλο όμως και με μεγαλύτερη επιφάνεια ιστίων. Συνήθως έφερε τρία κατάρτια.
Γαλέρα  Πλοίο που προέρχεται από το ρωμαϊκό navis longa και που το 16ο αιώνα έφτασε στη μέγιστη ακμή του. Ήταν κωπήλατη, αν και είχε επίσης λατίνια (τριγωνικά πανιά). Ήταν εξοπλισμένη με κανόνια και χαρακτηριζόταν από ένα μεγάλο μπρούτζινο έμβολο στην πλώρη για να βυθίζει τα εχθρικά πλοία.
Γαλιόνι   Ιστιοφόρο πλοίο με μεγάλη χωρητικότητα, το οποίο φέρει δύο ή τρία ιστία με τετράγωνα πανιά, ενώ ο ιστός της μετζάνας φέρει λατίνι (τριγωνικό πανί).
Κούρσεμα    Πολεμική ενέργεια που ασκείται με την άδεια του κράτους, με σκοπό την καταστροφή του εμπορικού στόλου εχθρικής χώρας. Διαφέρει από την πειρατεία, η οποία έχει μοναδικό στόχο τη λεηλασία των πλοίων ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους .
Σεμπέκ   Σκάφος αραβικής προέλευσης που αρχικά προοριζόταν για ψάρεμα, χρησιμοποιήθηκε, όμως από τους κουρσάρους στη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα. Είχε τρία κατάρτια: τα δύο στην πλώρη, με ένα λατίνι το καθένα, και ένα στην πρύμνη, με ωτοειδές πανί.
Αρμάδα   Παλαιότερη ονομασία για μεγάλο πολεμικό στόλο.
Γάμπια   Το δεύτερο, επάνω από το κατάστρωμα, τετράγωνο πανί των ιστιοφόρων, ο δόλων.
Διοικητής μοίρας   Μέχρι το 19ο αιώνα ήταν ο επικεφαλής διοικητής μιας μοίρας και, συνεπώς, αμέσως ανώτερος του ναυάρχου, στον οποίο συνήθως μεταφέρονταν αρμοδιότητες περισσότερο ναυτικές παρά στρατηγικές.
Επίστεγο (κάσσαρο)   Υπερυψωμένο τμήμα της γέφυρας του καταστρώματος ανάμεσα στον ιστό της μαΐστρας και αυτόν της πρύμνης, στον οποίο βρίσκονταν συνήθως οι καμπίνες των αξιωματικών.
Ναυαρχίδα  Ένα από τα ισχυρότερα πλοία της πολεμικής μοίρας, στον οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος, ως αρχηγός στόλου.
Ναύαρχος  Αρχηγός στόλου. Ο ανώτατος βαθμός αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού.
Σεντίνα   Εσωτερικό κάτω μέρος του καραβιού, όπου συνήθως τοποθετείτε η σαβούρα και συγκεντρώνονται τα βρόμικα νερά.
Τουρκέτο   Το πιο χαμηλό από τα τετράγωνα πανιά του ιστού του τουρκέτου, από το οποίο παίρνει το όνομά του, και το οποίο βρίσκεται πιο κοντά στην πλώρη, με εξαίρεση τον πρόβολο και τα πιθανά κατάρτια που στηρίζονται πάνω σε αυτόν.
Μίστικο  Ιστιοφόρο με περισσότερα κατάρτια και πανιά μεικτής μορφής(εξ ου και το όνομα),  άρα χωρίς ξεκάθαρο χαρακτήρα. Το 18ο και 19ο αιώνα ονομάστηκε επίσης πολάκα.
Μουράτο (πλαϊνά τοιχώματα)   Το πλευρό του πλοίου πάνω από τη γραμμή επίπλευσης. Ο όρος συχνά συγχέετε με τη «μούρα» (που είναι ο συνήθης ελιγμός με τον οποίο, στα πλοία με τα τετράγωνα πανιά, τα πανιά συγκρατιούνται από την κάτω πλευρά προς την πλώρη) και, επίσης, με την «μπορντάτα»  (ομοβροντία), η οποία σημαίνει τον ταυτόχρονο κανονιοβολισμό από όλα τα κανόνια μιας πλευράς ενός πλοίου.
Μπουρλότο  Πυρπολικό πλοίο φορτωμένο με εύφλεκτα υλικά (και από το 17ο αιώνα και με εκρηκτικά ) το οποίο, είτε με μέσα πρόωσης ή αφήνοντας να κατευθυνθεί μόνο του, ριχνόταν εναντίον των εχθρικών πλοίων προκαλώντας πυρκαγιά.
Ναύσταθμος   Λιμάνι ή όρμος με ειδικές εγκαταστάσεις, για τις διάφορες ανάγκες του πολεμικού ναυτικού.
Πίγκος  Ιστιοφόρο με τρία σαρακηνά κατάρτια (δηλαδή μονοκόμματα με τετράεδρη κορυφή, που χρησιμοποιούνταν γενικά στα πλοία με πανιά λατίνια), το πλέον πρωραίο εκ των οποίων ήταν επικλινές προς τα εμπρός.
Πλοία γραμμής  Ονομασία των πλοίων μάχης λόγω της παράθεσης τους σε ευθεία γραμμή όταν ετοιμάζονταν για τη μάχη.
Επισκευή καρίνας  Διαδικασία καθαρισμού και προστασίας της καρίνας που γινόταν κάποτε με επάλειψη πίσσας ή με επένδυση με λεπτά φύλλα χαλκού.
Κατάδικος γαλέρας  Ο καταδικασμένος για κοινά εγκλήματα που ήταν αναγκασμένος να κωπηλατεί σε γαλέρες. Συνήθως αλυσοδεμένοι στους πάγκους, οι κατάδικοι ικανοποιούσαν εκεί όλες τις ζωτικές τους ανάγκες και δεν μπορούσαν να ελευθερωθούν από τα δεσμά τους σε περίπτωση που το πλοίο βυθιζόταν. Ο όρος χαρακτήριζε στην αρχή οποιονδήποτε επιβιβαζόταν σε γαλέρα, ακόμα και τον πηδαλιούχο.
Πάγκος   Σανίδα τοποθετημένη κάθετα σε ένα σκάφος για να μπορούν να κάθονται οι κωπηλάτες.
Στόλος   Το σύνολο των πολεμικών πλοίων μιας χώρας.  Δηλώνει επίσης μια ομάδα πλοίων που πλέει σε κάποια θάλασσα.

[imgt]http://i484.photobucket.com/albums/rr204/alexandrisspiros/Picture.jpg[/imgt] [imgt]http://i484.photobucket.com/albums/rr204/alexandrisspiros/Picture001.jpg[/imgt]

Αβαρία   Κάθε ζημιά ή βλάβη που εξ ολοκλήρου ή εν μέρει θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργικότητα ή την αποτελεσματικότητα ενός πλοίου. Επίσης, οι συνθήκες στις οποίες το πλοίο περιέρχεται ως συνέπεια ανάλογου περιστατικού.
Αγκυροβόλιο   Περιοχή της θάλασσας που παρέχει την δυνατότητα για αγκυροβόλημα. Ο ιταλικός όρος «alla fonda» (σε αγκυροβόλιο) υποδεικνύει την κατάσταση του πλοίου που έχει προσορμίσει με τις άγκυρες του σε απόσταση από την παραλία ή από την αποβάθρα.
Αληγείς   Άνεμοι που πνέουν από τις περιοχές με υψηλές υποτροπικές πιέσεις. Πνέουν από βορειοδυτικά στο βόρειο ημισφαίριο, και από νοτιοανατολικά στο νότιο ημισφαίριο. Γενικά πνέουν κανονικά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Διάπλους  Ο πλους διαμέσου, διάπλευση.
Έξαλα  Το μέρος ενός σκάφους που βρίσκεται πάνω από τη γραμμή επίπλευσης.
Εξοπλισμός   Το σύνολο των εξαρτημάτων και των οργάνων που υποστηρίζουν και ελέγχουν τα ιστία του πλοίου, καθώς και εκείνα που χρειάζεται για τις συνήθεις ναυτικές εργασίες.
Καλούπι   Περίγραμμα-υπόδειγμα που χρησιμοποιούσαν στα ναυπηγεία για να κοπούν τα καμμάτια για την κατασκευή πανομοιότυπων πλοίων.
Κατάρτι   Μεγάλο κυλινδρικό δοκάρι κάθετο στον άξονα του πλοίου, όπου κρεμιούνταν οι κεραίες που στηρίζουν τα πανιά, ιστός.
Κοντάρι   Μακρύ και ίσιο ξύλο, είδος δόρατος.
Κόφα   Ξύλινη πλατφόρμα τοποθετημένη οριζόντια στην κορυφή του ψηλότερου άξονα των καταρτιών, έτσι ώστε να συμβάλλει στη συνολική αντοχή του συμπλέγματος των καταρτιών, παρέχοντας το απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια του δόλωνα (γάμπια). Από αυτή την πλατφόρμα πραγματοποιούνταν ο ελιγμός με τα ψηλά πανιά και στη διάρκεια της μάχης οι πυροβολισμοί με ελαφρά όπλα..
Ρότα   Η πορεία του πλοίου.
Τεζάρισμα   Η διαδικασία τεντώματος ενός ιστίου ή ενός παλαμαριού ( ή σχοινιού) που είναι απαραίτητη για να το τοποθετήσουν ή να το διατηρήσουν στην κατάλληλη θέση.
Αμπάρι   Ο εσωτερικός χώρος ενός πλοίου που προορίζεται για φορτία και βρίσκεται ανάμεσα στο χαμηλότερο κατάστρωμα και τη σεντίνα (χώρος της σαβούρας).
Δοκάρι  Καθεμία από τις κύριες δομές που χρησιμοποιούν για να στηρίζουν τα ιστία. Κάθε κατάρτι διακρίνεται με βάση την κατά μήκος ( του τρίγκου, της μαΐστρας - ή μεγίστης -, της μετζάνας) και τα πανιά με τα οποία συνδέονται μέσω των κεραιών, καθώς και με βάση τη διαμόρφωσή τους (σύνθετο, μονοκόμματο και σαρακηνό, με τετράεδρη κορυφή).
Καλαφάτισμα   Γέμιση των ρωγμών ενός πλοίου που κάποτε γινόταν με ξεφτίσματα από παλαμάρι στυμμένα και εμποτισμένα με πίσσα τη στιγμή που επισκευαζόταν η σανίδωση. Με ειδικά σκαρπέλα το καλαφάτισμα εισάγονταν με πίεση στις συνδέσεις τη σανίδωση ( λεγόμενες και τσόντες ), έτσι ώστε να τις στεγανοποιήσουν χωρίς να μειώσουν την ελαστικότητά τους.
Λατίνι   Τριγωνικό πανί.
Προσαράζω  Καθίζω σε ύφαλο ή σε ρηχά νερά.
Σαλπάρω   Ρήμα που περιγράφει τους ελιγμούς οι οποίοι γίνονται για το τράβηγμα της άγκυρας από το βυθό και για το ανέβασμά της στο πλοίο, επιτρέποντάς του έτσι να τεθεί  σε κίνηση. Ωστόσο το ρήμα χρησιμοποιείται, επίσης, για να υποδείξει την ενέργεια της λύσης των αγκυροβολίων με τα οποία ένα πλοίο είναι δεμένο στην ακτή.
Σλέπι   Βοηθητικό ή σωστικό πλοιάριο.
Τρικυμιώδης  Έτσι ονομάζεται η θάλασσα όταν ο άνεμος σηκώνει κύματα ψηλότερα των 6 μέτρων. Όταν τα κύματα είναι πιο χαμηλά η θάλασσα είναι κυματώδης, και όταν είναι ακόμη πιο μικρά, ταραγμένη.
Καρέ   Στα παλιά ιστιοφόρα, σημείο συγκέντρωσης των αξιωματικών. Ονομαζόταν έτσι επειδή ήταν ο μόνος χώρος σε όλο το πλοίο με ευθύγραμμα όρια που ήταν σε ορθή γωνία μεταξύ τους.
Λέμβος   Μικρό πλοιάριο που κινείται με κουπιά ή πανιά, βάρκα.
Διαχωριστικό (μπουλμές)  Στοιχείο κάθετης, συνήθως εσωτερικής, διαίρεσης των σκαφών.
Μπουκαπόρτα    Άνοιγμα, συνήθως τετράπλευρο, στο άνω κατάστρωμα που επιτρέπει την πρόσβαση και τη φόρτωση στους κάτω χώρους. Διαθέτει ένα στεγανό κλείστρο, το οποίο κάποτε ονομαζόταν «quartiere» (τέταρτο), και ανάλογα με το σχήμα και τη διάσταση του τελευταίου, παίρνει ειδικότερα ονόματα, όπως στέγαστρο, βήμα, στόμιο.
Στόμιο  Υποδεικνύει είτε το πλαίσιο ή το κάλυμμα, που είναι τοποθετημένο γύρω από κάθε άνοιγμα του ανώτερου καταστρώματος για να εμποδίζει την είσοδο του νερού, είτε το άνοιγμα με ανθεκτικό κολάρο που έχει γίνει στο κατάστρωμα, ώστε να περαστούν τα κατάρτια.
Ταμπούκι  Η δομή προστασίας και κάλυψης των εξόδων από τις σκάλες που οδηγούσαν από τα κατώτερα στο άνω κατάστρωμα : κατά αναλογία ονομάζονταν έτσι όλες οι άλλες παρόμοιες, ως προς τη χρήση και το σχήμα, δομές.   
Αναδρομικό ιστίο (βελαστράλι)  Το τραπεζοειδές πανί που δένεται σε τρία σημεία στους ιστούς: χαμηλά στην μπούμα ( ή κέρκο), μπροστά στον ιστό και ψηλά στο πίκι.
Επωτίδα (καπόνι)   Ο γερανός και το παλάγκο με τα οποία ανέβαζαν τις άγκυρες έως το επίπεδο του άνω καταστρώματος, μετά το σαλπάρισμα, με ένα ειδικό μανουβέλο, το λεγόμενο «εργάτη».
Λάτσο  Προπέτεια της πλώρης ή της πρύμνης ενός πλοίου, που τείνει έτσι να έχει μεγάλη κλίση σε σχέση με την  ίσαλο γραμμή.
Μπομπάρδα  Ολλανδικό πλοίο με πλώρη και πρύμνη πολύ όμοιες μεταξύ τους και χωρίς λάντσο. Χρησιμοποιήθηκε για τη μικρή ακτοπλοΐα και είχε δύο ιστούς: εκείνον της μαΐστρας (ή μεγίστης), τοποθετημένο σχεδόν στα μισά του μήκους, και εκείνον της μετζάνας. Ο ιστός της μαΐστρας ήταν εξοπλισμένος με μαΐστρα, γάμπια και παπαφίγκο και με διάφορους φλόκους, ενώ της μετζάνας ήταν, αντίθετα, εξοπλισμένος με αναδρομικά ιστία (βελαστράλια). Η ονομασία χρησιμοποιείται επίσης για αποκλειστικά εμπορικά πλοία.
Παρέκκλιση   Απομάκρυνση ενός πλοίου από τη ρότα του, όταν παρασύρεται από το ρεύμα που δεν είναι παράλληλο προς την κίνησή του.
Στίγμα    Σημείο πάνω σε ναυτικό χάρτη που δείχνει τη γεωγραφική θέση πλοίου σε ορισμένη στιγμή της πορείας του.
Καράκας   Ιστιοφόρο πλοίο χωρίς κουπιά. Πολεμικό ή φορτηγό, με μεγάλες υποδομές πλώρης και πρύμνης (πρόστεγο κα επίστεγο) έφερε τρία κατάρτια, το καθένα από τα οποία είχε ένα μόνο μεγάλο πανί, τετράγωνο στα μπροστινά κατάρτια ( τρίγκος ή μαΐστρα ) και λατίνι ( τριγωνικό ) στο πίσω κατάρτι ή στη μετζάνα.
Τζόγκα   Κινέζικο ιστιοφόρο.
Πινάτσα   Παλαιό ελαφρύ ιστιοφόρο με λεπτό σκάφος ( δηλαδή πολύ μακρύ σε σχέση με υο πλάτος ) και συνήθως εξοπλισμένο με τρία κατάρτια, αλλά και με βοηθητικά κουπιά. Συνήθως είχε το ρόλο της περιπολίας των ακτών, ενώ χρησιμοποιήθηκε επίσης σε αποστολές εξερεύνησης και γι’αυτό συχνά περιλαμβανόταν ανάμεσα στα πλοία μιας αποστολής. Αργότερα ( εκτός από «άκατος» ) ονομάστηκε  έτσι το μεγαλύτερο μέρος των βοηθητικών πλοιαρίων ενός ιστιοφόρου, που χρησιμοποιούνταν για να ρυμουλκήσουν το ιστιοφόρο όταν δεν φυσούσε.
Αντιμονή   Πλέω εν αντιμονή σημαίνει ελαττώνω την ταχύτητα του πλοίου, για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει αυτό το πλοίο πρέπει να στραφεί προς την κατεύθυνση του ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει τα ιστία μόνο στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης).
Θύελλα   Βιαιότατος και στροβιλώδης άνεμος που πλήττει μία ευρεία θαλάσσια περιοχή, δεν συνοδεύεται όμως πάντα από σύννεφα βροχή και καταιγίδες.
Επίδρομος  Παλαιότερα ονομαζόταν έτσι το λατίνι πανί που δενόταν στο κατάρτι κοντύτερα στην πρύμνη, στο οποίο έδινε το όνομά του. Αργότερα , ο επίδρομος εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από το ωτοειδές ιστίο, ενώ η κεραία του ονομάστηκε απλή κεραία , επειδή δεν υποστήριζε πλέον κανένα πανί.
Στράλια   Κανονικά τα σχοινιά (ή συρματόσχοινα) που στερεώνουν τους ιστούς στην πλώρη. Καθώς πάνω τους ήταν στερεωμένα τα βοηθητικά ιστία που απλώνονταν όταν ο άνεμος ήταν αδύνατος ή , σε πλοία με τετράγωνα ιστία, όταν έπνεε από μια κατεύθυνση που αυτά τα ιστία δεν ήταν αποτελεσματικά, όλα τα ιστία αυτού του είδους πήραν το όνομά τους από τα στράλια (βελαστράλια).
Σχάρα μπουκαπόρτας ή δικτυωτό καθόδου κύτους   Τυπική ξύλινη σχάρα στις ναυπηγικές κατασκευές  η οποία συνήθως χρησιμοποιούνταν εκεί που χρειαζόταν να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα ή έπρεπε να εξασφαλιστεί ο εξαερισμός των κατώτερων χώρων.
Αναρρόφηση (με αντλία ή άλλο μέσο)   Η αφαίρεση του νερού από το εσωτερικό ενός πλοίου ή πλεούμενου, χρησιμοποιώντας σέσουλες (ή τσάσκες), ξύλινες κουτάλες με κοντό χερούλι ή , ακόμη, κουβάδες.
Εσχάρα, σκάρα ή σκαρί   Τμήμα σχάρας ναυπηγείου που επεκτείνεται στη θάλασσα ως εξωτερική σκάλα ή κινητή πασαρέλα για την άνοδο στα πλοία από σκάφη υπηρεσίας ή από τις αποβάθρες.
Πυριτιδαποθήκη   Το μέρος του κύτους όπου αποθηκεύονται το μπαρούτι και τα πολεμοφόδια ενός πλοίου.
Μπότερ  Αλιευτικό σκάφος, ολλανδική κατασκευής, χωρίς καρίνα . Χαρακτηριστικό του ήταν ο τρίγκος που έφθανε πολύ πέρα από το κατάρτι.
Φλόκος   Τριγωνικό πανί τοποθετημένο ανάμεσα στην πλώρη ή στο άκρο του πρόβολου και στον ιστό ή στο πρώτο κατάρτι ενός πλοίου.
Φλουγιούτ  Σκάφος ολλανδικής κατασκευής εξαιρετικά ευκίνητο και ταχύ για τα δεδομένα της εποχής. Είχε ασυνήθιστο μήκος 35 μέτρων στρογγυλή πλώρη στην οποία συχνά τοποθετούσαν κάποιο γλυπτό, και 3 κατάρτια με τρίγωνα και τετράγωνα πανιά.
Βιράρισμα   Ελιγμός του πλοίου που εκτελείται για να αλλάξει η πλευρά από την οποία δέχεται τον άνεμο, παιρνώντας την πλώρη είτε προς τη φορά του ανέμου είτε  αντίπρωρα προς την κατεύθυνσή του.
Επιδρομίσκος   Το τριγωνικό πανί που είναι υψωμένο πάνω από τη ράντα.
Κέρκος ή μάτσα   Ειδικός τύπος ράντας που αποτελείται από δύο παράλληλους πασσάλους ενωμένους στο ανώτερο μέρος, δηλαδή σε εκείνο με το οποίο συνδέεται με το κατάρτι. Ονομάζεται έτσι εξαιτίας της ομοιότητάς του με το διχαλωτό οστό στο στέρνο του κοτόπουλου, στα αγγλικά wishbone («κόκαλο της επιθυμίας»), στα ελληνικά «γιάντες».
Κοντραφλόκος   Ο πιο προωθημένος από τους φλόκους.
Μαϊνάρω   Κατεβάζω κάθε αναρτημένο αντικείμενο κάνοντας να κυλήσει το κινητό μέρος του μηχανισμού που το συγκρατεί. Το ρήμα χρησιμοποιείτε περισσότερο σχετικά με κεραίες, ιστία, σημαίες, σινιάλα.
Μπάντα  Γενική ονομασία του πλευρού του πλοίου.
Προτονίδα του τουρκέτου (ακάτιου ιστού) ή στραντζιέρα  Ο χαμηλότερος και ο πιο συμπτυγμένος φλόκος.
Υποστολή ή μάζεμα  Το μάζεμα των τετράγωνων πανιών σε φεστόνια με ορισμένες μανούβρες με σχοινιά και τα άκρα τους που είναι ειδικά προετοιμασμένα και αποκαλούνται μεσουρίες. Κατά ανάλογο τρόπο τα βελαστράλια μαζεύονται πάνω στους κέρκους ή κατά μήκος των ιστίων.
Ψάθα ή ράντα   (επίσης ωτοειδές ιστίο και επίδρομος )  Πανί με σχήμα τραπεζοειδές, το οποίο αν είναι ωτοειδές έχει τρεις γωνίες, ενώ αν είναι τύπου Βερμούδων ( ή Μαρκόνι ), το μπροστινό μέρος του δένεται στο κατάρτι και από χαμηλά στη μάτσα ( ή κέρκο). Το ωτοειδές ιστίο στο ανώτερο μέρος του στηρίζεται στο πίκι.
Ketch   Ορισμός ( χωρίς αντίστοιχο στα ελληνικά  ) του ιστιοφόρου με δύο κατάρτια με ιστία αρμού. Ο ιστός της μετζάνας βρίσκεται προς την πλώρη του άξονα του τιμονιού.
Wishbone   βλ. Κέρκος
Ωτοειδής μαΐστρα   Πανί με σχήμα τραπεζοειδές, το οποίο στηρίζεται στα τρία άκρα του από τα κατάρτια : από χαμηλά στη μάτσα ( ή κέρκο), από εμπρός στο κατάρτι και από ψηλά στο πίκι.
Γολετόμπρικο   Πριν το 1850, ο όρος γολετόμπρικο αποδίδονταν στα αγγλικά με τον όρο «ερμαφρόδιτο μπρίκι». Ο πρυμιός ιστός είχε πανιά « του μήκους» (ράντα με μάτσα, φλίσι και τέσσερις στραλιέρες). Ο πλωριός ιστός είχε τέσσερις σταυρώσεις  (τρίγκο, μονή γάμπια, παπαφίγκο και κόντρα) και τέσσερις φλόκους (φλόκο, έξω φλόκο και φλοκίνι). Το μπάνιο της ράντας ήταν σηκωμένο έτσι ώστε να επιτρέπει στον άνεμο να χτυπά τα πανιά που βρίσκονται μπροστά από αυτό.
Ιστία αρμού   Τα ιστία  των οποίων η εμπρόσθια ακρόδετηση βρίσκεται στον επιμήκη άξονα του πλοίου ή πολύ κοντά του.
Μήκος ή μυοδρόμων   Γολετόμπρικο που διαθέτει ένα τρίτο κατάρτι, στη θέση εκείνου της  μετζάνας (δηλαδή πίσω από τα άλλα δύο και προς την πρύμνη), επονομαζόμενο και πάσσαλος, εξοπλισμένο με ωτοειδή ιστία.   
Μοίρα    Τμήμα στόλου ή στρατού.
Φρεγάτα   Παλιό τρικάταρτο πολεμικό πλοίο.
Διανομέας   Ναύτης που είναι υπεύθυνος για τη διανομή των πυρομαχικών.
Προσήνεμος   Αυτός που βρίσκεται στην πλευρά από την οποία φυσά ο άνεμος.
Υπήνεμος   Αυτός που βρίσκεται στην πλευρά προς την οποία φυσά ο άνεμος.

[imgt]http://i484.photobucket.com/albums/rr204/alexandrisspiros/Picture02.jpg[/imgt]
Αλυσίδα ή καλώδιο πηδαλίου  Καθένα από τα δύο σχοινιά ή τις αλυσίδες που, από κάθε πλευρά και διαμέσου μιας ράβδου (της λαγουδέρας) ή πτέρυγας, συμβάλουν στο να μεταδώσουν στο τιμόνι την απαραίτητη περιστροφή για τους ελιγμούς του πλοίου.
Αντένα   Το δυνατό κοντάρι στο οποίο είναι περασμένο ένα πανί λατίνι. Όταν οι διαστάσεις του πλοίου το απαιτούν, είναι σύνθετη και κάθε άξονας που το συναποτελεί έχει ένα ιδιαίτερο όνομα: κάρο, κορυφή, στάχυ.
Άνω σακολέβα   Μικρό τετράγωνο πανί πάνω από τον ιστό της σακολέβας, που συνήθως βρίσκεται κάτω από το μπομπρέσο.
Άξονας   Κάθε κορμός των σύνθετων ιστών.
Επίμηλο του  ιστού  Εξάρτημα με μορφή πόμολου ελλειπτικού σχήματος τοποθετημένο στην κορυφή των κονταριών της σημαίας και των ιστών.
Κοντάρι ή πάσσαλος του κονραφλόκου   Μεγάλο κοντάρι τοποθετημένο ως επιμήκυνση του μπομπρέσου, για να μπορεί να συνδέσει πάνω του η μούρα (η κάτω και μπροστινή γωνία) του πιο προωθημένου φλόκου.
Κοντραφλόκος   Ο πιο προωθημένος φλόκος.
Κουρζέτο   Πλαίσιο σχηματισμένο από ξύλινες ράβδους (επονομαζόμενες  πλάγιες  και εγκάρσιες) που χρησιμεύει διαμέσου των επιτόνων  του παπαφίγκου να καταστήσει άκαμπτο το ομώνυμο επιστήλιο.
Λαγουδέρα  Κοντάρι μεγάλης αντοχής με το οποίο στρίβει το πτερύγιο του τιμονιού.
Λασκάδα  Σφοδρός άνεμος που πνέει πλάγια από την πρύμνη.
Μπομπρέσο ή πρόβολος   Ιστός οριζόντιος ή με πολύ μεγάλη κλίση, στην ίδια κατεύθυνση με το διαμήκη άξονα  του σκάφους που προεξέχει από την πλώρη και συγκεντρώνει τους διάφορους φλόκους.
Σκάτσα  (επίσης ξυλοκιβώτιο ιστοπέδης και υποπτερνίδα ιστού)  Δομικό στοιχείο στο οποίο στηρίζεται και εφαρμόζει σφηνώνοντας το κάτω άκρο του ιστού, η λεγόμενη μήκια.
Σύνολο αγομένων  Κάθε σχοινί που χρησιμοποιείται για προσανατολισμό των ιστίων και των κινητών μερών των ιστίων και ως εκ τούτου μετατοπίζεται, χαλαρώνεται (αμολιέται) ή τεντώνεται (τεζάρεται) κατά τη διάρκεια των ελιγμών του πλοίου.
Ταλάντωση   Ραγδαία παρέκκλιση από τη ρότα εξαιτίας της κίνησης των κυμάτων.
Τεσταμόρος  Στοιχείο ένωσης και σύνδεσης του άξονα των ιστών που συνήθως αποτελείται από δύο δαχτυλίδια περασμένα και στερεωμένα το ένα μέσα στο άλλο. Μέσα στο πρυμναίο κυκλικό δακτυλίδι, περνιέται το άνω άκρο (η λεγόμενη καλόμπα) του υποκείμενου άξονα, ενώ στο πρωραίο τετράγωνο δακτυλίδι, τοποθετείται το κάτω άκρο του υπερκείμενου άξονα.
Τρότσα  (επίσης αγκοίνη)  Μηχανισμός σύνδεσης με συναρμογή που ενώνει στους ιστούς τις κεραίες, τις μπούμες και τα πίκια, δηλαδή όλα τα στοιχεία που εκτελούν περιστροφικές κινήσεις. 
Βελαστράλι   Ιστίο αρμού που δένεται πάνω σε ένα στράλι (στάντζο).
Κολομπίρι  Λαιμός του ιστίου.
Πίκι   Κοντάρι τοποθετημένο λοξά πάνω σε έναν ιστό που χρησιμοποιείται στα σκάφη με τετράγωνα ιστία για να δεθεί εκεί η άνω πλευρά της ψάθας (η ράντας) της μετζάνας.
Στάντζος ή στράλι   Καραβόσχοινο  το οποίο, καθώς  είναι στερεωμένο στο κατάστρωμα, στηρίζει τον ιστό εντός πλοίου από τη μεριά της πλώρης.
Φώσωνας ή παπαφίγκος  βλπ. Παπαφίγκος.
Άκατος  Το μεγαλύτερο μέρος των βοηθητικών πλοιαρίων ενός ιστιοφόρου.
Ακρόπρωρο   Ξύλινη διακοσμητική παράσταση που κάποτε τοποθετούνταν στο πιο ψηλό σημείο του ταλιαμά ή στην πλώρη του σκάφους.
Ωτοειδές    Τύπος σκάφους που χαρακτηρίζεται από τραπεζοειδείς ράντες με τρείς πλευρές δεμένες, στα ιστία. Χαμηλά στην μπούμα (ή κέρκο), μπροστά στον ιστό (ή στη στήλη του ιστού) και ψηλά στο πίκι.
Νημεμία   Στην κυριολεξία απουσία αέρα, άσχετα από την κατάσταση της θάλασσας, η οποία μπορεί να είναι ήρεμη ή ταραγμένη.
Γολέτα   Πλοίο με μπομπρέσο (πρόβολος) και δύο κατάρτια επικλινή προς την πλώρη με ωτοειδή πανιά. Όταν στο κατάρτι του τρίγκου (ακάτιος ιστός) ξεδιπλώνεται τετράγωνο πανί, το πλοίο ονομάζεται γολέτα γάμπια.
Κουπαστή   Το ανώτερο ύψος των πλευρών μιας βάρκας, στο οποίο τοποθετούνται κατά κανόνα οι σκαρμοί για τα κουπιά.
Μαζεύω    Συλλέγω και δένω σφιχτά τα πανιά στα σημεία των ιστών που τα συγκρατούν.
Σάγουλα   Ειδική ονομασία ενός συγκεκριμένου τύπου σπάγκου και ονομασία σχοινιού ή κάβου μικρής διαμέτρου.
Σημαδούρα   Μέρος του δρομόμετρου το οποίο αποτελείται από μια σανίδα φορτωμένη με έρμα, με τέτοιο τρόπο ώστε να πλέει παραμένοντας κάθετη. Η σημαδούρα ριχνόταν στη θάλασσα από την πρύμνη του πλοίου και παρέμενε θεωρητικά ακίνητη ενώ το πλοίο απομακρυνόταν έτσι, ξετυλιγόταν ο σπάγκος που τη συγκρατούσε ο οποίος έφερε ανά διαστήματα κόμπους, ο αριθμός των οποίων, υπολογισμένος βάσει της κλεψύδρας, έδειχνε τα ναυτικά μίλια που έκανε το πλοίο σε μία ώρα, την ταχύτητά του δηλαδή σε μίλια ανά ώρα: γι’αυτόν ακριβώς το λόγο η  ταχύτητα στη θάλασσα εκφράζεται ακόμα και σήμερα σε κόμβους.

Viper

περισσότερα Αποσυνδεδεμένος
  • *
  • Scale 1/32
  • Modelclub.gr
  • Μηνύματα: 10065
  • Keep modeling !
#1 Απ: ΛΕΞΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Οκτώβριος 12, 2008, 06:38:57 μμ
φοβερος Σπυρο ::eusa_clap:: σε ευχαριστουμε,με την αδεια σου να το βαλουμε και στη κεντρικη σελιδα ::salut::


γινετε και sticky ::icon_thumright::

ΣΠΥΡΙΔΩΝ

περισσότερα Αποσυνδεδεμένος
  • *
  • Scale 1/144
  • IPMS 709
  • Μηνύματα: 139
  • Αλεξανδρής Σπύρος
#2 Απ: ΛΕΞΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Οκτώβριος 12, 2008, 07:53:08 μμ
Αγαπητέ viper θα υπάρξει και συνέχεια, σε εύχαριστώ πολύ.
Σπυρίδων

ΠΑΝΟΣ

περισσότερα Αποσυνδεδεμένος
  • *
  • Scale 1/144
  • Μηνύματα: 111
#3 Απ: ΛΕΞΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Οκτώβριος 13, 2008, 01:08:19 πμ
Μάστορα φοβερή δουλειά.Ηταν κάτι αναγκαίο. Ευχαριστούμε πολύ

kapten bisbics

περισσότερα Αποσυνδεδεμένος
  • *
  • Scale 1/48
  • Μηνύματα: 316
  • Νίκος
#4 Απ: ΛΕΞΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Απρίλιος 06, 2010, 06:20:40 μμ
Συγχαρητηρια πολυ καλη δουλεια!
Η δημιουργική στιγμή είναι σαν την ερωτική εξομολόγηση,
ΠΟΤΕ δεν προσχεδιάζεις πότε θα γίνει...