Με την έναρξη του ψυχρού πολέμου η ΕΣΣΔ βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Οι αμερικανικές ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων ([wiki=]CVBG[/wiki]) αποτελούσαν μία σημαντικότατη θαλάσσια απειλή την οποία τίποτε δεν κατάφερε να την αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια του Β ΠΠ. Οι ομάδες αυτές μπορούσαν να εμφανιστούν αιφνιδιαστικά οπουδήποτε αποκτώντας τοπική αεροπορική υπεροχή και να επιφέρουν ισχυρά πλήγματα στις θαλάσσιες συγκοινωνίες ή να υποστηρίξουν αποβατικές ενέργειες. Κατά το Β ΠΠ οι ιάπωνες ανακάλυψαν οτι η αμυντική ακτίνα των ομάδων αυτών επεκτεινόταν μέχρι και 200Km μακρυά από τη θέση τους και οτι η προσέγγιση και προσβολή τους ήταν δύσκολες έως αδύνατες. Ακόμα και μέτρα απελπισίας όπως οι επιθέσεις αυτοκτονίας από αέρα και θάλασσα δεν μπόρεσαν αν ανασχέσουν τη δράση των CVBG.
Το τότε ανατολικό μπλοκ δεν βασιζόταν στην θαλάσσιες συνγοινωνίες για την επιβίωσή του αλλά περιβαλλόταν από χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμών και η παραχώρηση της θαλάσσιας υπεροχής αμαχητί στον αντίπαλο δεν αποτελούσε έξυπνη στρατηγική τακτική. Μία λύση θα ήταν η δημιουργία αντίστοιχων ομάδων μάχης με σοβιετικά αεροπλανοφόρα, αλλά ο χρόνος σχεδιασμού, ναυπήγησης, εκπαίδευσης και παγίωσης των τακτικών θα ήταν αβάστακτα μεγάλος και δύσκολα θα έφθανε το ετοιμοπόλεμο των αμερικανικών δυνάμεων οι οποίοες είχαν δοκιμάσει όλα τα πιθανά σενάρια στην πράξη τα τέσσερα χρόνια που πολεμούαν στον Ειρηνικό. Επίσης έπρεπε να εξελιχθούν τα ανάλογα αεροσκάφη και οι απαραίτητες τεχνολογίες, κάτι που έκανε το κόστος οικονομικά αλλά και χρονικά απαράδεκτο. Ετσι οι σοβιετικοί στήριξαν τις ελπίδες τους στους πυραύλους cruise.
Η προσπάθεια για την κατασκευή πυραύλων cruise ξεκίνησε στην ΕΣΣΔ το 1948. Τα προβλήματα ήταν πολλά, το λυριότερο όλων το πρόβλημα της ακρίβειας του πληγματος. Οι πύραυλοι θα εκτοξευόντουσαν από μία φέρουσα πλατφόρμα της οποίας η θέση θα ήαν γνωστή και μέσω εσωτερικής αδρανειακής πλοήγησης θα έφταναν μέχρι το στόχο. Η φέρουσα πλατφόρμα θα ήταν ένα υποβρύχιο το οποίο θα γνώριζε τη θέση του από το αδρανειακό σύστημα πολήγησης που διέθετε. Το πρόβλημα ήταν πως το σύστημα πλοήγησης του υποβρυχίου, τη στιγμή που αυτό άφηνε το λιμάνι για περιπολία, έδινε εξαιρετική ακρίβεια αλλά με τη διαρκεια του χρόνου κατά τη διάρκεια της περιπολίας τα σφάλματα λειτοργούσαν σωρρευτικά και οι αποκλίσεις μείωναν δραστικά την ακρίβεια. Ετσι λοιπόν όταν το 1956 μπήκε σε υπηρεσία ο πρώτος σοβιετικός πύραυλος cruise P-5 Pyatyorka (ονομασία ΝΑΤΟ SS-N-3C Shaddock-Β) είχε σα στόχο τις αστικές περιοχές όπου η ακριβής σκόπευση δεν αποτελούσε σημαντικό παράγοντα. Πράγματι με κεφαλή 350 κιλοτόνων μικρή διαφορά θα έχει αν το πλήγμα γίνει στην Ομόνοια ή στο Σύνταγμα. Οι πύραυλοι αυτοί ήταν το κύριο όπλο των υποβρυχίων Project 659 (ονομασία ΝΑΤΟ Echo I) με 6 από αυτούς να φορτώνονται σε κάθε υποβρύχιο. Το 1958 ήταν έτοιμη και η ναυτική έκδοση του πυραύλου με την ονομασία P-6 (ονομασία ΝΑΤΟ [wiki=]SS-N-3[/wiki]a Shaddock-A). Για να επιταχύνουν την ένταξη του όπλου σε υπηρεσία οι σονιετικοί βασίστηκαν στα σχέδια του Project 659 (Echo I) και δημιούργησαν την κλάση Project 675 (ονομασία ΝΑΤΟ Echo II. Τα υποβρύχια αυτά έφεραν 8 πυραύλους P-6, ήταν κατά 3 μέτρα μεγαλύτερα των Echo I και 29 από αυτά κατασκευάστηκαν από το 1961 μέχρι το 1966.
Ενα ολοκαίνουργιο Echo II

Ο πύραυλος P-6 είχε μήκος 10,8m και βάρος 5,3 τόνους. Η εμβέλειά του ήταν 380Km, η μέγιστη ταχύτητά του τα 1.3 Mach και έφερε κεφαλή 200-350 κιλοτόνων. Η διαδικασία εκτόξευσης ήταν τουλάχιστον επικύνδινη για το υποβρύχιο αλλά απαραίτητη για να επιτευχθεί ακρίβεια στη βολή. Αρχικά το υποβρύχιο έπρεπε να αναδυθεί και να λάβει στοιχεία βολής (απόσταση στόχου, θέση) από φίλια αεροσκάφη, ελικόπτερα ή πλοία. Ακολούθως μπορούσε να εκτοξεύσει τους πυραύλους του με μέγιστο ρυθμό των τεσσάρων ανά ομοβροντία. Η καθοδήγηση των πυραύλων προς το στόχο γινόταν από το ίδιο το εν αναδύσει υποβρύχιο μέσω του συστήματος Argument ή παραδιδόταν σε άλλα ιπτάμενα η μη μέσα. Στην τελική φάση ο πύραυλος είχε δικό του ραντάρ το οποίο ενεργοποιούσε και επέλεγε στόχο. Η διαδικασία εκτόξευσης και καθοδήγησης και των 8 πυραύλων απαιτούσε ανάδυση διαρκείας 20-30 λεπτών κατά τη διάρκεια της οποία το υποβρύχιο ήταν εξαιρετικά ευάλωτο και οι σοβιετικοί υπολόγιζαν απώλειες της τάξης του 90% του συνόλου των εμπλεκομένων υποβρυχίων!
Η απειλή αλλά καi ο στόχος των Echo II

Παρά το οτι η όλη διαδικασία μοιάζει αυτοκτονική, η είσοδος των Echo II σε υπηρεσία το 1963 προβλημάτισε πολύ το αμερικανικό ναυτικό. Για πρώτη φορά οι σοβιετικοί είχαν τα μέσα να πλήξουν με επιτυχία τις ομάδες μάχης και μάλιστα με ικανό αριθμο όπλων ώστε να προκαλέσουν κορεσμό στην άμυνά τους. Αυτό είναι και ο κυριότερος λόγος όπου τα Tu-95 και άλλα σοβιετικά αεροσκάφη τα οποία είχαν τη δυνατότητα να καθοδηγήσουν τους P-6 έγιναν αντικείμενο συνεχούς και σφικτής παρακολούθησης. Το 1977 τα Echo II άλλαξαν τους P-6 με τους P-500 Bazalt (ονομασία ΝΑΤΟ [wiki=]SS-N-12[/wiki] Sandbox) οι οποίοι διέθεταν εμβέλεια 550Km και ταχύτητα 2.5 Mach ενώ το υποβρύχιο μπορούσε να εκτοξεύσει και του 8 που μετέφερε σε μία ομοβροντία. Οι πύραυλοι αυτοί μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και να μοιράσουν τους στόχους κατά την τελική προσύγγιση ενώ οι πυρηνικές κεφαλές τους ήταν θωρακισμένες για να επιζήσουν από τα πλήγματα της αντιαεροπορικής άμυνας των στόχων. Επίσης η μεγαλύτερη εμβέλεια έδινε περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης στο υποβρύχιο. Πέρα από το κατά πόσο θα ήταν επιτυχής μία τέτοια επίθεση στην πραγματικότητα, τα Echo II ανάγκασαν το αμερικανικό ναυτικό να λάβει δραστικά και εκτενή μέτρα αντιμετώπισης. Ευτυχώς ποτέ δε θα μάθουμε τις πιθανότητες επιτυχίας που θα είχαν τα Echo II σε κάποια πιθανή σύρραξη.
Τα Echo II υπηρέτησαν στον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό και μερικές φορές έδρασαν στην Μεσόγειο και τον Ινδικό αποτελόντας σκιά των αμερικανικών αεροπλανοφόρων. Παρά το ότι δεν αποτελούσαν και πολύ ήσυχα σκάφη σε κατάδυση, εκτέλεσαν με επιτυχία τις αποστολές τους αν και υπάφεραν από αρκετά ατυχήματα στο σύστημα πρόωσης με αρκετές απώλειες ανάμεσα στα πληρώματά τους. Αρχισαν να αποσύρονται το 1988 με τα δύο τελευταία (Κ-22 και Κ-34) να βγαίνουν από την ενεργό δράση το 1994. Πολλά περιμένουν τη διάλυσή τους σε διάφορες ρωσσικές ναυτικές βάσεις. Αντικαταστάθηκαν από υποβρύχια κλάσης Oscar τα οποία έχουν πολλαπλάσιες δυνατότητες και αποτελούν μία πολύ μεγαλύτερη απειλή για οποιονδήποτε στόλο.
Το τέλος του δρόμου για τα Echo II.

Ιδού και το μοντέλο. Πραγματικά είχα πρόβλημα να το φωτογραφίσω, ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη. Αποτέλεσε ενδιαφέρουσα άσκηση και με έκανε να ψάξω για πληροφορίες σε έναν τομέα που ελάχιστα μέχρι πρότινος γνώριζα. Και αυτό, για μένα τουλάχιστον, είναι μέσα στη χαρά του μοντελισμού.

Αντε, γνώμες χωρίς φόβο αλλά με πάθος!
ΥΓ
Καλή συνέχεια σε όλους!