Φαντασία θέλετε; Πάρτε!
Το φως της μέρας χανόταν στο βάθος του ορίζοντα. Μακρινές βροντές έσμιγαν με το κλάμα των τζάγκουαρ και χιλιάδες έντομα έψαχναν καταφύγιο προαισθανόμενα τη βροχή που σε λίγο σίγουρα θα ξέσπαγε. Η ζέστη της ημέρας έκανε ακόμη την ατμόσφαιρα αποπνικτική και οι ατμοί που έβγαιναν από το ποτάμι έδιναν μία απόκοσμη όψη στη ζούγκλα. Ο κυνηγός σταμάτησε για λίγο το γρήγορο βήμα του και κούνησε τα χέρια του σε μία ανώφελη προσπάθεια να διώξει τα επίμονα κουνούπια από το πρόσωπό του. Περπατούσε με ευχέρεια μέσα στη ζούγκλα παρά το μισοσκόταδο, απόδειξη ότι μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στις ερημιές. Εδώ και λίγη ώρα, κατεβαίνοντας έναν λόφο, είχε διακρίνει μία φωτιά και παρά το ότι ήταν σίγουρος ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από κάποιον ντόπιο ιθαγενή ο οποίος θα εξαφανιζόταν μόλις αντιλαμβανόταν την παρουσία του, η πιθανότητα μίας ανθρώπινης ύπαρξης και λίγης κουβέντας ήταν ακατανίκητη πρόκληση ύστερα από τόσους μήνες μοναξιάς μέσα στην πράσινη μονοτονία της ζούγκλας. Οταν τελικά έφθασε στη φωτιά το σκοτάδι είχε για τα καλά νικήσει το γκρίζο φως του δειλινού. Κρατώντας σφιχτά το όπλο του έκανε ένα προσεκτικό γύρο της φωτιάς και όταν βεβαιώθηκε ότι μόνο ένας κάθονταν κοντά της, πλησίασε κάνοντας περιττό θόρυβο για να ειδοποιήσει το μοναχικό άντρα για τον ερχομό του.
Πράγματι, στις άκρες του φωτεινού κύκλου της φωτιάς καθόταν ένας γέρος ο οποίος με ευγένεια άγνωστη στους ντόπιους ανταπέδωσε το χαιρετισμό του κυνηγού. Στο άκουσμα ανθρώπινης φωνής ο κυνηγός ένιωσε πόσο πραγματικά κουρασμένος ήταν. Η ένταση σα βαρύ φορτίο έφυγε από πάνω του, άφησε το όπλο και έκατσε ανοίγοντας το σάκο του για να προσφέρει φαί και καπνό στον παράξενο αλλά ευγενικό γέρο. Ο γέρος αρνηθήκε και τότε μόνο ο κυνηγός πρόσεξε ότι πουθενά γύρω δεν φαινόταν σκηνή ή έστω κάποια πράγματα που να ανήκαν στον λιγομίλητο σύντροφό του. Η περιέργεια και η ανάγκη για συνομιλία κατανίκησαν τη διστακτικότητά του.
- Συγγνώμη αν γίνομαι επίμονος, η φωνή του κόμπιασε και βράχνιασε, λίγο ακόμη σκέφτηκε και θα ξεχάσω να μιλάω, αλλά δεν βλέπω να έχεις προμήθειες μαζύ σου, σίγουρα δεν θέλεις κάτι να φας;
Ο γέρος και πάλι αρνήθηκε και βυθίστηκε στη σιωπή του. Ο κυνηγός, μη πιστεύοντας ότι ύστερα από τόσο καιρό απομόνωσης είχε συναντήσει το μοναδικό λιγομίλητο άνθρωπο σε όλο το ποτάμι, έκανε ακόμη μία προσπάθεια να ανοίξει κάποια κουβέντα με τον άγνωστο.
- Τελικά είναι λίγο δύσκολο να τα βγάλεις πέρα μέσα στη μοναξιά, είπε, πιο πολύ μιλώντας στον εαυτό του χωρίς να περιμένει απάντηση.
Αναπάντεχα όμως ο γέρος έδειξε ενδιαφέρον, σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε στα μάτια για λίγη ώρα και ρώτησε:
- Νομίζεις ότι ξέρεις τι είναι η μοναξιά;
Από τα μάτια του κυνηγού πέρασαν σκιές, το μυαλό του πλανήθηκε σε άλλους τόπους, άλλες εποχές. Κούνησε το κεφάλι του προσπαθώντας να διώξει τις αναμνήσεις και απάντησε.
- Λοιπόν φίλε μου, στο θέμα μοναξιά τώρα πια μπορώ να παραδώσω μαθήματα.
- Οχι γιέ μου, δεν μπορείς, δεν μπορείς γιατί δεν ξέρεις τι είναι μοναξιά.
Η φωνή του γέρου έγινε βαριά και φορτίστικε από κάποιο πάθος που ζητούσε διέξοδο. Ο κυνηγός με τρόπο κατέβασε το χέρι του και έπιασε το όπλο του, ενώ ο γέρος αγνοόντας την κίνηση συνέχισε.
- Θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τι σημαίνει μοναξιά. Φαντάσου τη φύση που δημιουργεί όλα τα πλάσματα. Φαντάσου ότι κάποια από αυτά είναι πετυχημένα, επιζούν - από το μυαλό του κυνηγού πέρασαν τα κουνούπια, δεν μπορούσε να τα ονομάσει επιτυχημένα - κάποια όμως είναι αποτυχίες και πρέπει να φύγουν, να δώσουν θέση σε άλλα, νέα πλάσματα. Και αυτό κρατά αιώνες, όσο υπάρχει ζωή. Μπορείς να φανταστείς μία γενιά πλασμάτων που η φύση θεώρησε αποτυχημένα; Η φύση δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή, δε νοιάζεται αν τα πλάσματά της πονούν ή λυπούνται, απλώς χωρίς εμπάθεια κάνει αυτό που ξέρει ότι αιώνες τώρα συντηρεί τη ζωή. Μπορείς να φανταστείς το τελευταίο από αυτή τη γενιά των πλασμάτων να γυρνάει μόνο του στη γή, χωρίς έναν όμοιό του, χωρίς μια ελπίδα παρηγοριάς περιμένοντας το τέλος; Μπορείς να υποψιαστείς μόνο τη μοναξιά που θα νιώθει;
- Μπορώ, μπορώ να είσαι σίγουρος, απάντησε ο κυνηγός έτοιμος να αρχίσει να λέει τη δική του τραγική ιστορία, σίγουρος πλέον ότι ο γέρος κάτι είχε πιεί. Αλλά οι μεθυσμένοι αποτελούν ιδανικό ακροατήριο τελικά.
- Οχι φίλε μου, δεν μπορείς, απάντησε ο γέρος και η φωνή του έσπασε από τη θλίψη, η φράση έμεινε σχεδόν ατελείωτη. Υστερα, αφού κοίταξε έντονα τον κυνηγό, άνοιξε δύο μεγάλα μαύρα φτερά, που όση ώρα μιλούσαν τα κρατούσε διπλωμένα πίσω από τη πλάτη του και χτυπώντας τα δυνατά, χάθηκε ψηλά στο γεμάτο ατμούς ουρανό.
Αντε να το δω διόραμα!